Αίσθηση έκαναν και τα μέτρα του Παττακού, που απαγόρευε τη μακριά χαίτη και τα γένια στους άνδρες. «Μια καθαρή και ξυρισμένη Ελλάδα» ήταν ο τίτλος της εφημερίδας «Bee» της Καλιφόρνιας (17 Μαΐου 1967), «Ένα ακόμη σκάνδαλο στην Ελλάδα» («Democrat» του Ντόβερ, 18 Μαΐου 1967), «Καθαρή κυβέρνηση. Η ελληνική εκδοχή» («The New York Times», 10 Μαΐου 1967), «Χάπενινγκ στην Ελλάδα» («Journal» του Μιλγουόκι, 19 Μαΐου 1967), «Μούσια» («Gazette» της Νέας Υόρκης, 11 Μαΐου 1967), «Χωρίς μούσια στην Αθήνα» («Herald» του Κονέκτικατ, 13 Μαΐου 1967).
Άρθρο της Φωτεινής Τομαή για την εφημερίδα «Το Βήμα», Κυριακή 18 Ιουλίου 2010.
Άλλες πάλι πήγαιναν πίσω, αγγίζοντας το ιστορικό παρελθόν της χώρας, τη γη που γέννησε τη δημοκρατία. Χαρακτηριστικοί τίτλοι: «Απαξίωση στον Περικλή», «Τραγωδία στην Ελλάδα», «Ελλάδα: το λίκνο της δημοκρατίας ακατάλληλο προς χειραγώγηση».
Εξάλλου, προκειμένου να χτυπηθούν τα μέτρα του Παττακού που επεκτείνονταν και στους ξένους τουρίστες, γινόταν επίκληση των αρχαίων Ελλήνων: «Παρ' ότι δεν διαθέτουμε φωτογραφίες, αλλά μόνο αγάλματα των Αισχύλου, Σοφοκλή, Πλάτωνα και Ευριπίδη, όλοι τους ήταν γενειοφόροι, όπως γενειοφόρος υπήρξε σίγουρα ο Οδυσσέας, ο μεγαλύτερος και καλύτερος ίσως τουρίστας της χώρας», έγραφε η εφημερίδα «Herald» του Κονέκτικατ στο φύλλο της 13ης Μαΐου 1967.
Εντυπωσιακός ήταν ο αμερικανικός Τύπος ιδιαίτερα τους πρώτους μήνες μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Κυρίαρχη έννοια, η δημοκρατία και η διασύνδεσή της με την αρχαία Ελλάδα πλημμύρισε κυριολεκτικά έντυπα και εφημερίδες, υπογραμμίζοντας την τραγικότητα των στιγμών που βίωνε η χώρα και ο λαός της.
Παρακάτω αναφέρονται ενδεικτικά μόνο, χάριν οικονομίας του χώρου: «Η Ελλάδα σαν τον ναρκωμένο ασθενή επάνω στο χειρουργικό τραπέζι» («The New York Times», 4 Ιουνίου 1967), με τη γνωστή φραστική εμμονή του Παπαδόπουλου να παρουσιάζει ως ασθενή τη χώρα που χρειάζεται γύψο.
«Αθήνα vs Σπάρτη. Το παιχνίδι ξαναπαίζεται»
«American» του Σικάγου, 1η Μαΐου 1967
Ο αρθρογράφος αναφέρεται στις διαφορές ανάμεσα στο δημοκρατικό πολίτευμα των Αθηναίων, οι οποίοι ήταν υπερήφανοι για τους φιλοσόφους, διανοητές και ρήτορες της πόλης τους, που ζούσε σε ένα υψηλό για την εποχή βιοτικό επίπεδο, και σε εκείνο της ολιγαρχικής Σπάρτης, που βασιζόταν στη στρατιωτική πειθαρχία και στον λιτό τρόπο ζωής. Διερωτάτο δε πόσο μπορούσε να διαρκέσει αυτός ο νέος ζυγός που υφίσταντο οι Έλληνες.
«Στην Ελλάδα απαγορεύεται ο Τσαϊκόφσκι»
«The New York Times», 27 Μαΐου 1967
Μαζί με 700 τίτλους βιβλίων Ρώσων ή άλλων ανατολικής προέλευσης συγγραφέων, απαγορευόταν και η μουσική του Τσαϊκόφσκι. Ακόμη και στα καμπαρέ, όταν τύχαινε στριπτιζέζ να λικνίζονται υπό τον ήχο και τις νότες ρωσικής μελωδίας, οι υπεύθυνοι έπρεπε να συμμορφωθούν αλλάζοντας το πρόγραμμα. Έτσι τουλάχιστον εμφανιζόταν να διαμαρτύρεται ιδιοκτήτης στριπτιζάδικου σε Αμερικανό δημοσιογράφο, υποχρεώνοντας μια Βιετναμέζα χορεύτρια που δούλευε στο μαγαζί του να αλλάξει το νούμερό της.
«Φυλακισμένοι στην Ελλάδα»
«Washington Post», 27 Μαΐου 1967
Το δημοσίευμα αναφέρεται σε 6.000 κρατουμένους, μεταξύ αυτών και ο Ανδρέας Παπανδρέου, γεγονός που δυσχέραινε τις σχέσεις ΗΠΑ - Ελλάδας και μείωνε δραματικά την αμερικανική ανοχή έναντι των αυθαιρεσιών του αυταρχικού καθεστώτος των Αθηνών.
«Ελληνική τραγωδία»
«The Republic», Ινδιανάπολις, 18 Μαΐου 1967
«Η συνταγή κλασική», έγραφε στο κύριο άρθρο της η εφημερίδα. «Όπως όλες οι δικτατορίες, έτσι και αυτή δεν βασίζεται ούτε εμπιστεύεται τον λαό της. Ο Big Brother γνωρίζει...», σημείωνε ο συντάκτης προφητικά σχεδόν, σημειώνοντας ότι χάρη στην πίεση της διεθνούς κοινής γνώμης την τελευταία στιγμή απεφεύχθησαν εκτελέσεις πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος, όπως έγινε με την Κούβα του Κάστρο. Η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια των περίπου 79 εκατ. δολαρίων κατ' έτος έπρεπε να διακοπεί σύντομα.
«Το πραξικόπημα στην Ελλάδα: ένα ιστορικό μάθημα» υπήρξε ο τίτλος που δανείστηκαν η μία μετά την άλλη, σχεδόν επί δίμηνο, πολλές αμερικανικές εφημερίδες σε διαφορετικές Πολιτείες, από τη Βιρτζίνια και το Τένεσι ως το Οχάιο και το Κάνσας. Κοινός ένας ακόμη τίτλος: «Ελλάδα: Η χώρα όπου διαβρώθηκε η δημοκρατία», με πολλά έντυπα να τον αναπαράγουν.
Ο Κένεντι τραγουδά Θεοδωράκη
Για τον Μίκη Θεοδωράκη, εξάλλου, με ιδιαίτερης βαρύτητας επιστολή του προς τον Έλληνα πρεσβευτή στην Ουάσιγκτον στις 21 Νοεμβρίου 1967, ο γερουσιαστής Ρόμπερτ Κένεντι ζητούσε να μάθει για την κατάσταση της υγείας του και πού ακριβώς βρίσκεται, χαρακτηρίζοντάς τον «σύμβολο και πολίτη του κόσμου».
Παρά το γεγονός ότι ο τότε πρέσβης και μετέπειτα υπουργός της χούντας Χ. Ξανθόπουλος-Παλαμάς εσώκλειε την επιστολή Κένεντι, στο έγγραφό του δεν δίσταζε να την υποβαθμίζει, γράφοντας χαρακτηριστικά:
«Ως ευαρεστούμενοι, θέλετε παρατηρήση, εις την απάντησίν μου σημειώ ότι εκλαμβάνω το ενδιαφέρον του ειρημένου βουλευτού ως εκπηγάζον εξ ανθρωπιστικών αποκλειστικώς λόγων και καταλήγω διατυπώνων την πεποίθησιν ότι και ο ίδιος θα συμφωνή ότι είς καλλιτέχνης, έστω και διεθνούς φήμης, ως ούτος αποκαλεί τον Θεοδωράκην, δεν τυγχάνει απηλλαγμένος ευθυνών και έναντι της πατρίδος του και έναντι του κοινού του, εκμεταλλευόμενος το καλλιτεχνικόν τάλαντον διά την εξυπηρέτησιν ανατρεπτικών επιδιώξεων...»
(ΑΠ 4455/β/2, 24 Νοεμβρίου 1967)
Ο Παττακός βρήκε τον δάσκαλό του... «Και τι θα κάνετε με τα γυμνά αγάλματα;»
Η εφημερίδα «New York Post» δημοσίευε στις 22 Μαΐου 1967 επιστολή της δεκατετράχρονης μαθήτριας Σούζαν Φάρελ από τη Νέα Υόρκη, που με αφορμή τα μέτρα της χούντας να απαγορεύει στις μεν γυναίκες να φορούν μίνι, στους δε νέους να έχουν μακριά μαλλιά και γένια, έγραφε στον «υπουργό» Εσωτερικών της χούντας Στ. Παττακό: «Και τι θα κάνετε με τα γυμνά αγάλματα των Ελλήνων θεών, των ηρώων και εκείνα των ημίγυμνων γυναικών και εκπροσώπων του ολύμπιου δωδεκάθεου;».
Ο αρθρογράφος, ο οποίος ξεκινούσε με τη γνωστή επίκληση του Ομήρου στην Α΄ Ραψωδία της «Ιλιάδας» «Μήνιν άειδε θεά...», θέλοντας να περιγράψει έτσι το σύγχρονο (για την εποχή εκείνη) δράμα των Ελλήνων που βίωναν μία ακόμη τραγική σελίδα της ιστορίας τους, σχολίαζε το αριστοτέλειο ύφος γραφής της μαθήτριας, που χρησιμοποιούσε τη λογική ενάντια στη βλακώδη και οπισθοδρομική αντιμετώπιση της κοινωνίας από τους συνταγματάρχες.
Και το θαύμα συνέβη δύο εβδομάδες αργότερα, όταν ο Παττακός... απάντησε με επιστολή του στη μαθήτρια! «Ω ύβρις και αλαζονεία σου, Προμηθεύ!» τόνιζε ο συντάκτης του άρθρου Κ. Χάμπερμαν, αναφερόμενος στο περιεχόμενο της επιστολής του Παττακού που έγραφε στο μικρό κορίτσι να μη στενοχωριέται και πως «αν εσύ είσαι τόσο όμορφη όπως οι Ελληνίδες θεές μας, μπορείς να φορέσεις μίνι σαν έλθεις στην Ελλάδα...».
«Προφανώς είμαι πεισματάρα», δήλωνε η μικρή Σούζαν στον δημοσιογράφο, «αλλά απάντηση δεν έλαβα και ενοχλούμαι όταν παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα την ίδια στιγμή που κανείς δεν νοιάζεται για τον μολυσμένο αέρα που αναπνέουμε ή το νερό που πίνουμε».
Η Σούζαν, κόρη καθηγητή με μία ακόμη αδελφή, ήταν, σύμφωνα με τους γονείς της, ένα ξεχωριστό παιδί που μπορούσες να διαφωνήσεις αρχικά μαζί του, αλλά σχεδόν πάντοτε είχε δίκιο και διάβαζε σε σταθερή βάση περί τα επτά εξωσχολικά βιβλία την εβδομάδα, συμμετέχοντας ταυτόχρονα σε όλες τις συνήθεις δραστηριότητες ενός κοριτσιού της ηλικίας του.
Όπως αποδεικνύεται, ο Παττακός είχε βρει πέραν του Ατλαντικού τον δάσκαλό του! «Από παιδί και από... μαθαίνεις την αλήθεια», όπως σοφά λέει ο λαός μας.
Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι ιστορικός, πρεσβευτής σύμβουλος Α' στο Υπουργείο Εξωτερικών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου