Η Συνθήκη της Λωζάννης και οι διαπραγματεύσεις του 1923

Στις 24 Ιουλίου 1923 υπογράφηκε στη Λωζάννη μία από τις σημαντικότερες διεθνείς συνθήκες για την ιστορία της Ελλάδας, της Τουρκίας και της ανατολικής Μεσογείου.

Η Συνθήκη της Λωζάννης έκλεισε ένα μεγάλο κεφάλαιο πολέμων και εδαφικών ανακατατάξεων που είχε αρχίσει πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και επιταχύνθηκε με τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Η τελική συμφωνία όμως δεν ήταν αποτέλεσμα μιας απλής συνάντησης. Προηγήθηκαν οκτώ μήνες δύσκολων διαπραγματεύσεων, προσωρινή διακοπή της διάσκεψης, απειλές επανάληψης των εχθροπραξιών και έντονες συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των κρατών που συμμετείχαν.

Από τη Μικρασιατική Καταστροφή στα Μουδανιά

Η κατάρρευση του ελληνικού μετώπου στη Μικρά Ασία το καλοκαίρι του 1922 άλλαξε ριζικά τις πολιτικές και στρατιωτικές ισορροπίες.

Οι δυνάμεις του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν επικρατήσει στην Ανατολία, ενώ η Ελλάδα βρισκόταν αντιμέτωπη με στρατιωτική ήττα, πολιτική κρίση και ένα τεράστιο προσφυγικό κύμα.

Το επόμενο κρίσιμο βήμα ήταν η Ανακωχή των Μουδανιών τον Οκτώβριο του 1922. Η συμφωνία σταμάτησε τις εχθροπραξίες και δημιούργησε το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να αρχίσει η διαπραγμάτευση μιας οριστικής συνθήκης ειρήνης.

Η έναρξη της Διάσκεψης της Λωζάννης

Η Διάσκεψη της Λωζάννης άρχισε στις 20 Νοεμβρίου 1922.

Στις διαπραγματεύσεις συμμετείχαν η Τουρκία, η Ελλάδα και οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις που είχαν άμεσο ενδιαφέρον για τη μεταπολεμική διευθέτηση της περιοχής. Παρόντες ήταν επίσης εκπρόσωποι άλλων κρατών για συγκεκριμένα ζητήματα.

Επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, παρότι εκείνη την περίοδο δεν ήταν πρωθυπουργός της Ελλάδας. Την Τουρκία εκπροσωπούσε ο Ισμέτ Πασάς, μετέπειτα Ισμέτ Ινονού.

Κεντρικό ρόλο στην πρώτη φάση των συνομιλιών είχε ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών λόρδος Κώρζον.

Μια διαπραγμάτευση μετά από πόλεμο

Οι αντιπροσωπείες δεν προσέρχονταν στη Λωζάννη από την ίδια θέση.

Η Ελλάδα είχε μόλις υποστεί μια καταστροφική στρατιωτική ήττα. Αντίθετα, η κυβέρνηση της Άγκυρας διαπραγματευόταν μετά τη στρατιωτική επικράτηση του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν επίσης διαφορετικά συμφέροντα. Η Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία δεν συμφωνούσαν σε όλα τα ζητήματα που αφορούσαν την Τουρκία και την ανατολική Μεσόγειο.

Έτσι, η διάσκεψη δεν ήταν απλώς μια ελληνοτουρκική διαπραγμάτευση. Ήταν ταυτόχρονα μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας επανακαθορισμού των διεθνών ισορροπιών μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Βενιζέλος επιστρέφει στη διπλωματική σκηνή

Η επιλογή του Ελευθερίου Βενιζέλου ως επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας είχε ιδιαίτερη σημασία.

Ο Βενιζέλος κλήθηκε να διαπραγματευτεί από εξαιρετικά δύσκολη θέση. Η πραγματικότητα που είχε δημιουργηθεί μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή δεν επέτρεπε πλέον την επιστροφή στις ελληνικές διεκδικήσεις της Συνθήκης των Σεβρών.

Βασικός στόχος ήταν πλέον η εξασφάλιση μιας βιώσιμης ειρήνης, η προστασία όσο το δυνατόν περισσότερων ελληνικών συμφερόντων και η αποτροπή νέας στρατιωτικής σύγκρουσης.

Ο Ισμέτ Πασάς και η νέα Τουρκία

Απέναντι στον Βενιζέλο βρισκόταν ο Ισμέτ Πασάς, στενός συνεργάτης του Μουσταφά Κεμάλ και ένας από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς και πολιτικούς παράγοντες του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος.

Η αντιπροσωπεία της Άγκυρας επιδίωκε τη διεθνή αναγνώριση της νέας πραγματικότητας που είχε δημιουργήσει η στρατιωτική της νίκη και την αναθεώρηση των όρων που είχαν επιβληθεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η διαπραγμάτευση ήταν επομένως σκληρή. Πίσω από κάθε εδαφικό, οικονομικό ή μειονοτικό ζήτημα υπήρχαν διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον του νέου τουρκικού κράτους.

Οι επιτροπές της διάσκεψης

Το εύρος των ζητημάτων ήταν τόσο μεγάλο ώστε οι εργασίες οργανώθηκαν σε επιμέρους επιτροπές.

Συζητήθηκαν εδαφικά και στρατιωτικά θέματα, το καθεστώς των μειονοτήτων και των αλλοδαπών, καθώς και οικονομικές και δημοσιονομικές εκκρεμότητες που προέρχονταν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ιδιαίτερη σημασία είχαν επίσης τα Στενά, το καθεστώς των νησιών, οι πολεμικές αποζημιώσεις και οι οικονομικές αξιώσεις των εμπλεκόμενων κρατών.

Οι συγκρούσεις Κώρζον και Ισμέτ

Η πρώτη φάση της διάσκεψης χαρακτηρίστηκε από έντονες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στον λόρδο Κώρζον και τον Ισμέτ Πασά.

Η βρετανική πλευρά επιδίωκε συμφωνία που θα προστάτευε βασικά βρετανικά και ευρωπαϊκά συμφέροντα. Η τουρκική αντιπροσωπεία, από την άλλη, θεωρούσε ότι η στρατιωτική της νίκη της έδινε τη δυνατότητα να απορρίψει πολλές από τις παλαιότερες δεσμεύσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η ατμόσφαιρα έγινε κατά περιόδους εξαιρετικά τεταμένη. Η ιδιωτική αλληλογραφία και τα διπλωματικά έγγραφα της εποχής αποτυπώνουν την απογοήτευση του Κώρζον από τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονταν οι συνομιλίες.

Οι προσωπικές εντάσεις όμως δεν πρέπει να συγχέονται με την ουσία της διαπραγμάτευσης. Πίσω από αυτές υπήρχαν πραγματικές και δύσκολες διαφορές μεταξύ των κρατών.

Η Στρατιά του Έβρου ως διαπραγματευτικό χαρτί

Παρά την ήττα στη Μικρά Ασία, η Ελλάδα δεν ήταν εντελώς χωρίς στρατιωτικά μέσα πίεσης.

Μετά την αναδιοργάνωση του ελληνικού στρατού δημιουργήθηκε η Στρατιά του Έβρου. Η ύπαρξη αξιόμαχων ελληνικών δυνάμεων κοντά στην Ανατολική Θράκη αποτελούσε παράγοντα που έπρεπε να υπολογιστεί στις διαπραγματεύσεις.

Ο Βενιζέλος γνώριζε ότι η στρατιωτική ετοιμότητα μπορούσε να ενισχύσει τη διπλωματική θέση της Ελλάδας, ιδιαίτερα σε μια στιγμή κατά την οποία δεν ήταν ακόμη βέβαιο ότι η διάσκεψη θα κατέληγε σε συμφωνία.

Η στρατιωτική ισχύς λειτουργούσε έτσι όχι απαραίτητα ως προετοιμασία νέου πολέμου αλλά και ως μέσο πίεσης για την επίτευξη ειρήνης.

Η διακοπή των συνομιλιών

Στις αρχές Φεβρουαρίου 1923 η πρώτη φάση της διάσκεψης έφθασε σε αδιέξοδο.

Οι διαφορές ήταν τόσο μεγάλες ώστε οι εργασίες διακόπηκαν χωρίς τελική συμφωνία. Για ένα διάστημα υπήρχε πραγματική ανησυχία ότι οι εχθροπραξίες θα μπορούσαν να επαναληφθούν.

Η διακοπή έδωσε στις κυβερνήσεις χρόνο να επανεξετάσουν τις θέσεις τους και να αναζητήσουν συμβιβασμούς.

Οι συνομιλίες άρχισαν ξανά τον Απρίλιο του 1923 και αυτή τη φορά προχώρησαν προς την τελική συμφωνία.

Το ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων

Ένα από τα δυσκολότερα θέματα αφορούσε τις οικονομικές αξιώσεις που προέκυπταν από τον πόλεμο.

Η Τουρκία ζητούσε αποζημιώσεις από την Ελλάδα για τις καταστροφές που είχαν σημειωθεί κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας μετά την ήττα και την άφιξη τεράστιου αριθμού προσφύγων καθιστούσε την καταβολή μεγάλης χρηματικής αποζημίωσης εξαιρετικά δύσκολη.

Τελικά το ζήτημα συνδέθηκε με εδαφικό συμβιβασμό και η Ελλάδα παραχώρησε το Καραγάτς στην Τουρκία.

Τα ελληνοτουρκικά σύνορα

Η Συνθήκη της Λωζάννης καθόρισε τη νέα εδαφική πραγματικότητα μετά την κατάρρευση των ρυθμίσεων των Σεβρών.

Η Ανατολική Θράκη παρέμεινε στην Τουρκία και η Ελλάδα εγκατέλειψε τις εδαφικές διεκδικήσεις που συνδέονταν με τη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία.

Παράλληλα επιβεβαιώθηκε η ελληνική κυριαρχία σε νησιά του ανατολικού Αιγαίου που βρίσκονταν ήδη υπό ελληνικό έλεγχο, με τις σχετικές προβλέψεις και υποχρεώσεις της συνθήκης.

Η Ίμβρος και η Τένεδος παρέμειναν υπό τουρκική κυριαρχία με ειδικές προβλέψεις για τον μη μουσουλμανικό πληθυσμό τους.

Η ανταλλαγή των πληθυσμών

Μία από τις βαθύτερες συνέπειες της νέας ελληνοτουρκικής διευθέτησης ήταν η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών.

Η σχετική σύμβαση είχε υπογραφεί τον Ιανουάριο του 1923, πριν από την τελική Συνθήκη της Λωζάννης, και βασίστηκε κυρίως στο θρήσκευμα.

Οι Έλληνες ορθόδοξοι κάτοικοι της Τουρκίας και οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Ελλάδας υπάγονταν στην ανταλλαγή, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις.

Εξαιρέθηκαν, μεταξύ άλλων, οι Έλληνες ορθόδοξοι της Κωνσταντινούπολης και οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας.

Η ανταλλαγή σήμανε τον βίαιο αποχωρισμό τεράστιων πληθυσμών από τόπους στους οποίους οι οικογένειές τους ζούσαν επί πολλές γενιές.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Σημαντικό θέμα αποτέλεσε και το μέλλον του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η τουρκική πλευρά επιδίωξε την απομάκρυνσή του από την Κωνσταντινούπολη, αλλά τελικά το Πατριαρχείο παρέμεινε στην πόλη.

Η παρουσία του συνέχισε έτσι να αποτελεί σημαντικό στοιχείο της μεταπολεμικής διευθέτησης και των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Το καθεστώς των Στενών

Τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων είχαν τεράστια στρατηγική σημασία όχι μόνο για την Τουρκία αλλά και για τις Μεγάλες Δυνάμεις και τη Σοβιετική Ένωση.

Η Λωζάννη συνοδεύτηκε από ειδική σύμβαση που ρύθμιζε το καθεστώς των Στενών.

Το καθεστώς αυτό δεν παρέμεινε μόνιμο. Το 1936 αντικαταστάθηκε από τη Σύμβαση του Μοντρέ, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί τη βασική διεθνή ρύθμιση για τη διέλευση από τα Στενά.

Η υπογραφή στις 24 Ιουλίου 1923

Μετά τη δεύτερη περίοδο διαπραγματεύσεων οι αντιπροσωπείες κατέληξαν τελικά σε συμφωνία.

Η Συνθήκη της Λωζάννης υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου 1923 στο Palais de Rumine της Λωζάννης.

Η συμφωνία αντικατέστησε στην πράξη το μεταπολεμικό πλαίσιο των Σεβρών ως προς την Τουρκία και αναγνώρισε διεθνώς τη νέα εδαφική και πολιτική πραγματικότητα που είχε δημιουργηθεί μετά τη νίκη του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος.

Τι κέρδισε και τι έχασε η Ελλάδα

Για την Ελλάδα η Λωζάννη δεν μπορούσε να αναιρέσει τη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι ελληνικές διεκδικήσεις στη Μικρά Ασία είχαν τελειώσει και η Ανατολική Θράκη είχε χαθεί.

Η ελληνική διπλωματία όμως πέτυχε να κλείσει έναν εξαιρετικά επικίνδυνο κύκλο πολέμων, να σταθεροποιήσει σε μεγάλο βαθμό τα σύνορα και να δημιουργήσει το διεθνές πλαίσιο μέσα στο οποίο η χώρα θα προσπαθούσε να αποκαταστήσει περισσότερους από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες.

Η επιτυχία της διαπραγμάτευσης δεν βρίσκεται επομένως στην εκπλήρωση των προηγούμενων εδαφικών στόχων, αλλά στη διαχείριση μιας εξαιρετικά δυσμενούς πραγματικότητας μετά τη στρατιωτική ήττα.

Από τη σύγκρουση στην ελληνοτουρκική προσέγγιση

Η Λωζάννη δεν εξαφάνισε τις διαφορές Ελλάδας και Τουρκίας. Δημιούργησε όμως ένα νέο πλαίσιο μέσα στο οποίο οι δύο χώρες μπορούσαν να επιχειρήσουν την ομαλοποίηση των σχέσεών τους.

Λίγα χρόνια αργότερα ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ προχώρησαν σε σημαντική ελληνοτουρκική προσέγγιση, η οποία κορυφώθηκε με τις συμφωνίες του 1930.

Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή αν αναλογιστεί κανείς ότι λιγότερο από μία δεκαετία νωρίτερα οι δύο χώρες βρίσκονταν σε πόλεμο.

Γιατί η Συνθήκη της Λωζάννης παραμένει σημαντική

Η Συνθήκη της Λωζάννης δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό έγγραφο του 1923. Δημιούργησε ένα μεγάλο μέρος του διεθνούς πλαισίου πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η νέα Τουρκική Δημοκρατία και επηρέασε καθοριστικά τις σχέσεις της με την Ελλάδα.

Ταυτόχρονα συνδέθηκε με μία από τις μεγαλύτερες αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας.

Για να κατανοηθεί πραγματικά η σημασία της χρειάζεται να τη δούμε όχι μέσα από μεμονωμένες φράσεις ή πολιτικούς μύθους, αλλά μέσα στο περιβάλλον που τη δημιούργησε: έναν χαμένο πόλεμο για την Ελλάδα, μια στρατιωτική νίκη για το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, εκατοντάδες χιλιάδες ξεριζωμένους ανθρώπους και μια Ευρώπη που προσπαθούσε να οικοδομήσει μια νέα ισορροπία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.