Ειδήσεις, αναλύσεις και απόψεις για όσα συμβαίνουν στον κόσμο.

​

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τεχνολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τεχνολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Η Βιομηχανία της Προσοχής: Πώς οι Αλγόριθμοι των Social Media «Χακάρουν» τον Εγκέφαλό μας

Όταν ανοίγουμε τα social media, νιώθουμε ότι έχουμε τον απόλυτο έλεγχο. Επιλέγουμε ποιους ακολουθούμε, τι βίντεο θα δούμε και πότε θα κλείσουμε την εφαρμογή. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο σκοτεινή: πίσω από τη λαμπερή οθόνη του κινητού μας, κρύβεται μια βιομηχανία δισεκατομμυρίων που έχει προσλάβει τους κορυφαίους νευροεπιστήμονες του κόσμου με έναν και μόνο σκοπό. Να «χακάρει» τη βιολογία μας.

Στη σύγχρονη ψηφιακή οικονομία, το προϊόν δεν είναι η εφαρμογή. Το προϊόν είμαστε εμείς, και το νόμισμα είναι η προσοχή μας. Πώς ακριβώς, όμως, καταφέρνουν οι αλγόριθμοι να μας κρατούν καρφωμένους στην οθόνη για ώρες, ακόμα κι όταν έχουμε σημαντικότερα πράγματα να κάνουμε;

Ο Κουλοχέρης της Τσέπης μας (Το Πείραμα της Ντοπαμίνης)

Η ντοπαμίνη συχνά αποκαλείται λανθασμένα ως η «ορμόνη της ευτυχίας». Στην πραγματικότητα, είναι η ορμόνη της προσμονής και της επιθυμίας. Ο εγκέφαλός μας απελευθερώνει ντοπαμίνη όταν περιμένουμε μια ανταμοιβή, κάνοντάς μας να την αναζητούμε ξανά και ξανά.

Οι σχεδιαστές του Facebook, του Instagram και του TikTok το γνωρίζουν αυτό άριστα. Γι' αυτό ενσωμάτωσαν τον μηχανισμό της μεταβλητής ανταμοιβής (variable reward) — την ίδια ακριβώς ψυχολογική αρχή πάνω στην οποία βασίζονται οι κουλοχέρηδες στα καζίνο. Κάθε φορά που κάνεις ανανέωση (pull-to-refresh) στη ροή σου, δεν ξέρεις τι θα δεις. Θα είναι ένα αδιάφορο post; Μια άσχημη είδηση; Ή μήπως ένα αστείο βίντεο και ένα μήνυμα από κάποιον που σε ενδιαφέρει; Αυτή η αβεβαιότητα είναι που προκαλεί την έκρηξη ντοπαμίνης και δημιουργεί τον εθισμό.

Ο πρώην πρόεδρος του Facebook, Sean Parker, το είχε παραδεχτεί δημόσια: «Εκμεταλλευόμαστε μια αδυναμία στην ανθρώπινη ψυχολογία. Σας δίνουμε μικρές δόσεις ντοπαμίνης για να ανεβάσετε κι άλλο περιεχόμενο».

Η Παγίδα του «Άπειρου Σκρολαρίσματος» (Infinite Scroll)

Παλαιότερα, το ίντερνετ είχε «στοπ». Έφτανες στο τέλος μιας σελίδας και έπρεπε να πατήσεις "Επόμενη Σελίδα" για να συνεχίσεις. Αυτό το μικρό κλικ, αυτό το κενό δευτερόλεπτο, έδινε στον εγκέφαλο τον χρόνο να σκεφτεί: «Μήπως πρέπει να σταματήσω τώρα;».

Το 2006, ο προγραμματιστής Aza Raskin εφηύρε το Infinite Scroll (το άπειρο σκρολάρισμα). Αφαιρώντας το «φρένο» της επόμενης σελίδας, ο εγκέφαλος χάνει την αίσθηση του χρόνου και της ολοκλήρωσης. Το περιεχόμενο ρέει ασταμάτητα. Ο ίδιος ο δημιουργός του έχει δηλώσει αργότερα ότι νιώθει ενοχές, υπολογίζοντας ότι η εφεύρεσή του σπαταλά εκατομμύρια ανθρώπινες ώρες κάθε μέρα, καθώς ο μέσος χρήστης "σκρολάρει" καθημερινά μια απόσταση ίση με το ύψος του Αγάλματος της Ελευθερίας.

Η Επιδημία της Διάσπασης Προσοχής

Ο αντίκτυπος αυτής της βιομηχανίας δεν περιορίζεται μόνο στον χαμένο χρόνο. Οι πλατφόρμες σύντομων βίντεο, όπως το TikTok, τα Reels και τα Shorts, έχουν εκπαιδεύσει τον εγκέφαλό μας να περιμένει ικανοποίηση κάθε 15 δευτερόλεπτα. Το αποτέλεσμα είναι πολυεπίπεδο:

  • Δυσκολία στη βαθιά συγκέντρωση (Deep Work): Οι νεότερες γενιές δυσκολεύονται πλέον να διαβάσουν ένα βιβλίο, να παρακολουθήσουν μια μεγάλη ταινία ή να μελετήσουν χωρίς να νιώσουν την παρόρμηση να ελέγξουν το κινητό τους.
  • Ψηφιακή κόπωση: Ο εγκέφαλος βομβαρδίζεται από χιλιάδες πληροφορίες, χρώματα και εναλλαγές συναισθημάτων μέσα σε λίγα λεπτά, οδηγώντας σε πνευματική εξάντληση και αυξημένα επίπεδα άγχους.
  • Απώλεια κριτικής σκέψης: Όταν η πληροφορία καταναλώνεται σε μορφή "σφηνάκι", δεν υπάρχει χρόνος για ανάλυση και σύνθεση, παρά μόνο για παθητική και επιφανειακή αποδοχή.

Δεν Φταίει η (Δική Σου) Θέληση

Όταν πιάνεις τον εαυτό σου να σκρολάρει άσκοπα στις 2 το πρωί, είναι εύκολο να νιώσεις ενοχές για την έλλειψη αυτοπειθαρχίας σου. Όμως, πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι η μάχη είναι εντελώς άνιση. Από τη μία πλευρά της οθόνης είσαι εσύ, και από την άλλη βρίσκονται υπερ-υπολογιστές με τεχνητή νοημοσύνη και χιλιάδες μηχανικοί που δοκιμάζουν καθημερινά νέους τρόπους για να μη σε αφήσουν να κλείσεις τα μάτια σου.

Η αναγνώριση του προβλήματος είναι το πρώτο και πιο σημαντικό βήμα. Εσείς πόσες ώρες την ημέρα πιστεύετε ότι περνάτε στις πλατφόρμες χωρίς να το καταλαβαίνετε; Έχετε δοκιμάσει ποτέ να κλείσετε εντελώς τις ειδοποιήσεις σας; Αφήστε την άποψή σας στα σχόλια!

Ο «Αόρατος Πόλεμος» κάτω από τη θάλασσα: Ποιος ελέγχει πραγματικά το ίντερνετ;
Υποβρύχια καλώδια οπτικών ινών - Γεωπολιτική και ίντερνετ

Όταν στέλνουμε ένα μήνυμα στο WhatsApp, κάνουμε μια μεταφορά μέσω e-banking ή μπαίνουμε στο Netflix, φανταζόμαστε τα δεδομένα μας να ταξιδεύουν μαγικά και αόρατα στον αέρα, ψηλά σε κάποιον δορυφόρο ή στο περίφημο «Cloud» (σύννεφο). Η αλήθεια, όμως, είναι πολύ πιο... υγρή. Το 95% του παγκόσμιου ίντερνετ δεν βρίσκεται στον ουρανό. Βρίσκεται στον πάτο του ωκεανού.

Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, πάνω από 1,4 εκατομμύρια χιλιόμετρα καλωδίων οπτικών ινών διασχίζουν τους ωκεανούς, ενώνοντας τις ηπείρους. Μιλάμε για καλώδια που συχνά δεν είναι πιο χοντρά από ένα λάστιχο ποτίσματος. Μέσα από αυτά, όμως, περνάνε τα πάντα: από τα δικά μας memes και τα απόρρητα στρατιωτικά έγγραφα των κρατών, μέχρι 10 τρισεκατομμύρια δολάρια σε τραπεζικές συναλλαγές. Κάθε. Μέρα.

Αυτό είναι το κεντρικό νευρικό σύστημα της παγκόσμιας οικονομίας. Όποιος το ελέγχει –ή όποιος μπορεί να το κόψει– κρατάει κυριολεκτικά τον πλανήτη από τον λαιμό.

Το παιχνίδι της κατασκοπείας

Το πρόβλημα με τα υποβρύχια καλώδια δεν είναι μόνο η πιθανότητα καταστροφής τους, αλλά και η υποκλοπή. Ιστορικά, οι ΗΠΑ είχαν το πάνω χέρι στην παρακολούθηση των υποβρύχιων επικοινωνιών, διαθέτοντας την τεχνολογία να «ακούνε» χωρίς να γίνονται αντιληπτές. Σήμερα, ωστόσο, το μονοπώλιο αυτό αμφισβητείται έντονα.

Από τη μία πλευρά, η Κίνα ρίχνει δισεκατομμύρια για να κατασκευάσει τα δικά της καλώδια (τον λεγόμενο "Ψηφιακό Δρόμο του Μεταξιού"). Ως απάντηση, η Ουάσιγκτον πιέζει ασφυκτικά τις συμμαχικές χώρες να ακυρώσουν συμβόλαια με κινεζικές εταιρείες, φοβούμενη ότι το Πεκίνο θα αποκτήσει "πίσω πόρτες" στην παγκόσμια ροή δεδομένων.

Από την άλλη, το ΝΑΤΟ παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα ρωσικά υποβρύχια και δήθεν "ερευνητικά" σκάφη να κάνουν ανεξήγητες βόλτες ακριβώς πάνω από τα σημεία που περνούν τα κρισιμότερα καλώδια του Ατλαντικού και της Βαλτικής.

Η τέλεια δικαιολογία του «ατυχήματος»

Το πιο τρομακτικό της υπόθεσης είναι ότι δεν χρειάζεται καν κάποιο υπερσύγχρονο οπλικό σύστημα για να παραλύσει μια ολόκληρη χώρα. Η ευπάθεια αυτού του δικτύου είναι σοκαριστική.

Σε μια περίοδο έντασης, ένα κράτος δεν χρειάζεται να κηρύξει επίσημα πόλεμο. Αρκεί ένα «ατύχημα» με την άγκυρα ενός μεγάλου εμπορικού πλοίου, ή μια "βλάβη" από έναν υποβρύχιο εκσκαφέα – δικαιολογίες που ήδη χρησιμοποιούνται ύποπτα συχνά. Η δολιοφθορά στον βυθό προσφέρει αυτό που οι αναλυτές ονομάζουν εύλογη άρνηση (plausible deniability). Όλοι ξέρουν ποιος το έκανε, αλλά κανείς δεν μπορεί να το αποδείξει.

Αν κοπούν ταυτόχρονα 3-4 στρατηγικά καλώδια, το σενάριο μοιάζει με δυστοπική ταινία: Τα ΑΤΜ σταματούν να δίνουν μετρητά, τα χρηματιστήρια παγώνουν, οι αεροπορικές πτήσεις καθηλώνονται και τα υπερσύγχρονα κινητά μας μετατρέπονται σε άχρηστα κομμάτια πλαστικού.

Οι νέοι «αυτοκράτορες» του βυθού

Για να γίνει το σκηνικό ακόμα πιο περίπλοκο, τα τελευταία χρόνια τον λογαριασμό για την πόντιση νέων καλωδίων δεν τον πληρώνουν τα κράτη, αλλά κολοσσοί όπως η Google, η Meta (Facebook) και η Amazon, που χρειάζονται απεγνωσμένα εύρος ζώνης. Οι ιδιωτικές αυτές εταιρείες αποκτούν ξαφνικά γεωπολιτική ισχύ, μετατρέποντας τον βυθό σε μια γκρίζα ζώνη κυριαρχίας.

Ο 21ος αιώνας έφερε έναν νέο, αθόρυβο Ψυχρό Πόλεμο. Μόνο που τώρα τα κράτη δεν μετρούν απλώς πυρηνικές κεφαλές και μαχητικά αεροσκάφη. Μετρούν χιλιόμετρα οπτικών ινών στο απόλυτο σκοτάδι του ωκεανού. Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα κοιτάξεις ψηλά ψάχνοντας το ψηφιακό «σύννεφο», θυμήσου ότι η σύγχρονη ζωή μας κρέμεται κυριολεκτικά από μια κλωστή, θαμμένη στη λάσπη του βυθού.


Εσείς γνωρίζατε ότι η καθημερινότητά μας εξαρτάται από αυτά τα υποβρύχια καλώδια;

Γιατί τα USB στικάκια και οι εξωτερικοί δίσκοι «ξεχνούν» τα αρχεία σας αν μείνουν χρόνια στο συρτάρι

Σχεδόν σε κάθε σπίτι υπάρχει ένα συρτάρι με «πολύτιμα» ψηφιακά αναμνηστικά: ένα USB στικάκι με οικογενειακές φωτογραφίες από διακοπές, ένας εξωτερικός δίσκος με παλιά βίντεο ή αντίγραφα σημαντικών εγγράφων που αποθηκεύτηκαν εκεί «για να είναι ασφαλή». Η πιο διαδεδομένη παρεξήγηση γύρω από την τεχνολογία αποθήκευσης είναι η πεποίθηση ότι, εφόσον ένα στικάκι ή ένας δίσκος δεν πέσει κάτω και δεν βραχεί, τα αρχεία μέσα του θα παραμείνουν ανέπαφα για δεκαετίες. Στην πραγματικότητα, τα σύγχρονα μέσα αποθήκευσης έχουν έναν αόρατο αντίπαλο: τον χρόνο που περνούν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα.

Αν συνδέσετε σήμερα ένα USB flash drive που είχατε αφήσει ανέγγιχτο για πέντε ή έξι χρόνια, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα ο υπολογιστής να σας ζητήσει να κάνετε «διαμόρφωση δίσκου» ή να βρείτε φακέλους με κατεστραμμένα αρχεία που δεν ανοίγουν. Δεν πρόκειται για ξαφνική μηχανική βλάβη, αλλά για ένα φυσικό φαινόμενο της μικροηλεκτρονικής που αξίζει να γνωρίζετε πριν εμπιστευτείτε τις αναμνήσεις μιας ζωής σε ένα μόνο μέσο.

Πώς «θυμούνται» τα USB στικάκια και οι δίσκοι SSD

Σε αντίθεση με ένα τυπωμένο χαρτί ή ένα παλιό CD όπου η πληροφορία χαράσσεται φυσικά πάνω στην επιφάνεια, τα USB στικάκια, οι κάρτες μνήμης SD και οι σύγχρονοι εξωτερικοί δίσκοι SSD (Solid State Drives) βασίζονται στη μνήμη NAND Flash.

Στο εσωτερικό τους υπάρχουν δισεκατομμύρια μικροσκοπικά κελιά (τρανζίστορ παγίδευσης φορτίου). Για να αποθηκευτεί ένα ψηφιακό «0» ή «1», το κύκλωμα κλείνει μια απειροελάχιστη ποσότητα ηλεκτρονίων μέσα σε έναν μονωμένο θάλαμο. Με απλά λόγια, κάθε αρχείο σας αποθηκεύεται ως στατικό ηλεκτρικό φορτίο παγιδευμένο σε μικροσκοπικούς «κουβάδες» ενέργειας.

Όσο τελειοποιημένη κι αν είναι η μόνωση σε επίπεδο νανομέτρων, κανένας ηλεκτρονικός θάλαμος δεν είναι απόλυτα στεγανός για πάντα. Όταν η συσκευή βρίσκεται εκτός ρεύματος, τα ηλεκτρόνια διαρρέουν αργά αλλά σταθερά.

Όταν η διαρροή ξεπεράσει ένα κρίσιμο όριο, ο ελεγκτής του δίσκου δεν μπορεί πλέον να ξεχωρίσει αν ένα κελί ήταν γεμάτο ή άδειο. Το αποτέλεσμα είναι η λεγόμενη «ψηφιακή αμνησία» (data retention loss): το αρχείο εξακολουθεί να φαίνεται ως όνομα στον φάκελο, αλλά τα δεδομένα του έχουν αλλοιωθεί.

Γιατί τα νεότερα και μεγαλύτερα USB είναι πιο ευαίσθητα

Εδώ κρύβεται ένα παράδοξο που ξαφνιάζει πολλούς χρήστες: ένα παλιό USB στικάκι των 4 GB από το 2012 μπορεί να κρατήσει τα αρχεία του περισσότερα χρόνια στο συρτάρι από ένα σύγχρονο, γρήγορο drive των 256 GB ή έναν οικονομικό εξωτερικό SSD του 1 TB.

Ο λόγος είναι η πυκνότητα εγγραφής. Στα παλαιότερα τσιπ μνήμης (SLC/MLC), κάθε κελί αποθήκευε μόνο 1 ή 2 bits πληροφορίας, οπότε οι διαφορές τάσης ήταν μεγάλες και ευδιάκριτες. Στα σημερινά μέσα μαζικής κατανάλωσης (TLC και QLC NAND), κάθε μικροσκοπικό κελί καλείται να αποθηκεύσει 3 ή 4 bits ταυτόχρονα, χωρίζοντας το ηλεκτρικό φορτίο σε 8 ή και 16 διαφορετικές στάθμες τάσης. Έτσι, ακόμα και μια ελάχιστη απώλεια ηλεκτρονίων αρκεί για να μπερδέψει την ανάγνωση των δεδομένων.

Πόσο αντέχει κάθε μέσο αποθήκευσης εκτός ρεύματος

Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει τον ρεαλιστικό χρόνο ασφαλούς διατήρησης δεδομένων όταν η συσκευή παραμένει αποσυνδεδεμένη σε συνθήκες δωματίου:

Μέσο Αποθήκευσης Αντοχή εκτός ρεύματος Κύριος Κίνδυνος
USB Flash Drive / Κάρτα SD 2 έως 5 χρόνια Διαρροή ηλεκτρικού φορτίου, χαμηλότερη ποιότητα ελεγκτή
Εξωτερικός Δίσκος SSD 1 έως 3 χρόνια Απώλεια τάσης στα κελιά υψηλής πυκνότητας (TLC/QLC)
Μαγνητικός Δίσκος (HDD) 5 έως 10+ χρόνια Ξήρανση λιπαντικού στο μοτέρ, ευαισθησία σε πτώσεις
Οπτικός Δίσκος M-DISC 50 έως 100+ χρόνια Απαιτεί συμβατό οδηγό ανάγνωσης (optical drive)

Ο ρόλος της θερμοκρασίας: Γιατί το ελληνικό καλοκαίρι μετράει διπλά

Σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές του οργανισμού JEDEC (που θέτει τα παγκόσμια πρότυπα για τις μνήμες ημιαγωγών), η ικανότητα ενός τσιπ Flash να συγκρατεί τα ηλεκτρόνιά του εξαρτάται άμεσα από τη θερμοκρασία του χώρου αποθήκευσης.

Όσο ανεβαίνει η θερμοκρασία, τα ηλεκτρόνια αποκτούν περισσότερη κινητική ενέργεια και διαφεύγουν πολύ ταχύτερα από το μονωτικό στρώμα:

  • Ένας δίσκος SSD που φυλάσσεται σε δροσερό δωμάτιο στους 20°C–25°C μπορεί να διατηρήσει ανέπαφα τα δεδομένα του για αρκετά χρόνια.
  • Αν ο ίδιος δίσκος μείνει σε ένα ζεστό πατάρι, σε κλειστό γραφείο χωρίς κλιματισμό τον Αύγουστο ή μέσα στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου (όπου η θερμοκρασία ξεπερνά εύκολα τους 45°C–50°C), ο χρόνος διατήρησης των αρχείων υποδιαιρείται δραματικά και η αλλοίωση μπορεί να ξεκινήσει μέσα σε λίγους μήνες.
Προσοχή στους «κουρασμένους» δίσκους: Ένα USB στικάκι ή ένας SSD που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί εντατικά για χρόνια (με χιλιάδες διαγραφές και επανεγγραφές αρχείων) έχει φθαρμένη μόνωση στα κελιά του και χάνει το φορτίο του πολύ πιο γρήγορα όταν μείνει στο συρτάρι σε σχέση με ένα καινούργιο μέσο.

SSD ή κλασικός σκληρός δίσκος (HDD) για μακροχρόνιο αρχείο;

Οι εξωτερικοί SSD είναι ασυναγώνιστοι στην καθημερινή εργασία: είναι ταχύτατοι, αθόρυβοι και αν πέσουν από το γραφείο δεν παθαίνουν τίποτα επειδή δεν έχουν κινούμενα μέρη. Ωστόσο, για ψυχρή αρχειοθέτηση (cold storage) —δηλαδή για έναν δίσκο που τον γεμίζετε μία φορά και τον αποθηκεύετε— ο παραδοσιακός μαγνητικός σκληρός δίσκος (HDD) εξακολουθεί να έχει πλεονέκτημα.

Στους κλασικούς HDD, η πληροφορία γράφεται μαγνητικά πάνω σε μεταλλικές πλάκες και δεν εξαρτάται από παγιδευμένο ηλεκτρικό φορτίο. Ακόμα κι εκεί όμως, δεν πρέπει να μένουν εντελώς ακίνητοι για πέντε συνεχόμενα χρόνια, καθώς τα ρουλεμάν του άξονα χρειάζονται περιοδική κίνηση για να μην «κολλήσει» το λιπαντικό τους.

4 πρακτικοί κανόνες για να μη χάσετε ποτέ τα αρχεία σας

Δεν χρειάζεται εξειδικευμένος εξοπλισμός για να κρατήσετε ζωντανό το ψηφιακό σας αρχείο. Αρκούν τέσσερις απλές συνήθειες:

  1. Το 20λεπτο «ξύπνημα» μία φορά τον χρόνο: Βγάλτε τους εξωτερικούς δίσκους και τα σημαντικά USB στικάκια από το συρτάρι κάθε 6 έως 12 μήνες και συνδέστε τα στον υπολογιστή για 15–20 λεπτά. Οι σύγχρονοι ελεγκτές των SSD εκτελούν αυτόματα στο παρασκήνιο έλεγχο και ανανέωση των ασθενών κελιών, ενώ στους μαγνητικούς δίσκους διατηρείται σε άριστη κατάσταση ο μηχανισμός περιστροφής.
  2. Τα USB στικάκια είναι για μεταφορά, όχι για μόνιμο θησαυροφυλάκιο: Μη βασίζεστε ποτέ αποκλειστικά σε ένα οικονομικό flash drive για αρχεία που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού.
  3. Εφαρμόστε τον κανόνα 3-2-1 στα αναντικατάστατα αρχεία: Κρατήστε τα πολύτιμα αρχεία σας σε τουλάχιστον δύο διαφορετικά φυσικά μέσα (π.χ. στον υπολογιστή και σε έναν εξωτερικό δίσκο) και διατηρήστε ένα τρίτο αντίγραφο σε διαφορετική τοποθεσία ή σε υπηρεσία cloud.
  4. Δροσερό και σκοτεινό σημείο: Φυλάξτε τα μέσα αποθήκευσης σε εσωτερικό ντουλάπι μακριά από καλοριφέρ, ηλιακή ακτινοβολία και υγρασία.
Το συμπέρασμα με μια ματιά: Η ψηφιακή μνήμη χρειάζεται ενέργεια για να μη «ξεχάσει». Μία σύντομη σύνδεση των εξωτερικών σας δίσκων στον υπολογιστή μία ή δύο φορές τον χρόνο αρκεί για να ανανεώσει τη ζωή των αρχείων σας και να σας γλιτώσει από δυσάρεστες εκπλήξεις.
Πριν από το Facebook υπήρχε το Finger: Πώς έμοιαζε ένα «social network» το 1971;


Πολύ πριν από το Facebook, το Instagram και το X, πριν ακόμη το Διαδίκτυο γίνει μέρος της καθημερινότητας, οι χρήστες υπολογιστών είχαν ήδη αρχίσει να αναζητούν απαντήσεις σε ερωτήματα που σήμερα μας φαίνονται απολύτως συνηθισμένα:


Ποιος είναι online; Πού βρίσκεται; Πότε συνδέθηκε τελευταία φορά; Και τι θέλει να πει στους υπόλοιπους;


Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 δεν υπήρχαν προφίλ με φωτογραφίες, likes, followers ή news feeds. Υπήρχε όμως κάτι που, κοιτάζοντάς το σήμερα, μοιάζει εντυπωσιακά με έναν μακρινό πρόγονο ορισμένων λειτουργιών των κοινωνικών δικτύων.


Το όνομά του ήταν Finger.


Η ιστορία ξεκινά το 1971


Το Finger συνδέεται με τον προγραμματιστή Les Earnest και το Stanford Artificial Intelligence Laboratory, σε μια εποχή κατά την οποία οι υπολογιστές δεν ήταν προσωπικές συσκευές πάνω σε κάθε γραφείο.


Πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούσαν το ίδιο μεγάλο υπολογιστικό σύστημα μέσω τερματικών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ήταν χρήσιμο να μπορεί κάποιος να διαπιστώσει ποιοι άλλοι χρήστες ήταν συνδεδεμένοι.


Αυτό ήταν το πρακτικό πρόβλημα που άρχισε να λύνει το Finger.

Με μια απλή εντολή μπορούσαν να εμφανιστούν πληροφορίες σχετικά με τους χρήστες ενός συστήματος: το όνομά τους, αν ήταν συνδεδεμένοι, το τερματικό που χρησιμοποιούσαν και άλλες σχετικές πληροφορίες.


Σήμερα κάτι τέτοιο ακούγεται ασήμαντο. Το 1971 όμως ήταν ένας διαφορετικός τρόπος να αντιλαμβάνεται κανείς την παρουσία άλλων ανθρώπων μέσα σε ένα δίκτυο υπολογιστών.


Ένα «ποιος είναι online;» πριν από το Messenger


Όταν σήμερα ανοίγουμε μια εφαρμογή επικοινωνίας, συχνά βλέπουμε μια πράσινη κουκκίδα δίπλα στο όνομα κάποιου. Καταλαβαίνουμε αμέσως ότι είναι διαθέσιμος ή ότι ήταν ενεργός πριν από λίγα λεπτά.


Η βασική ανάγκη πίσω από το Finger δεν ήταν εντελώς διαφορετική.

Οι χρήστες ήθελαν να γνωρίζουν ποιος βρισκόταν στο σύστημα και αν είχε νόημα να προσπαθήσουν να επικοινωνήσουν μαζί του.


Δεν υπήρχε γραφικό περιβάλλον. Δεν υπήρχαν φωτογραφίες προφίλ. Όλα εμφανίζονταν ως απλό κείμενο στην οθόνη ενός τερματικού.


Κι όμως, πίσω από αυτή τη λιτή εικόνα υπήρχε ήδη μια ιδέα που θα γινόταν θεμελιώδης δεκαετίες αργότερα: η ψηφιακή παρουσία ενός ανθρώπου στο δίκτυο μπορούσε να είναι ορατή στους άλλους.


Από μια απλή πληροφορία σε κάτι που έμοιαζε με προφίλ


Το Finger δεν περιορίστηκε μόνο στο αν κάποιος ήταν συνδεδεμένος. Στα συστήματα Unix συνδέθηκε με αρχεία όπως τα .plan και .project.


Ο χρήστης μπορούσε να γράψει εκεί πληροφορίες που θα εμφανίζονταν όταν κάποιος άλλος ζητούσε περισσότερα στοιχεία γι' αυτόν.


Ένα .plan μπορούσε να περιέχει μια σύντομη ενημέρωση, σημειώσεις, πληροφορίες για κάποια εργασία ή οτιδήποτε άλλο επέλεγε να δημοσιοποιήσει ο χρήστης.


Ξαφνικά, λοιπόν, δεν είχαμε μόνο το «είμαι εδώ». Είχαμε και το «αυτό κάνω αυτή τη στιγμή».


Η ομοιότητα με ένα σημερινό status είναι δύσκολο να αγνοηθεί, παρότι φυσικά η τεχνολογία, η κλίμακα και ο σκοπός ήταν εντελώς διαφορετικά.


Ήταν πράγματι το πρώτο social network;


Όχι με τη σημερινή έννοια του όρου.


Το Finger δεν είχε φίλους, followers, likes, σχόλια, αλγόριθμο προτάσεων ή μια κεντρική ροή δημοσιεύσεων. Δεν δημιουργήθηκε ως πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης.


Ήταν μια υπηρεσία πληροφοριών χρηστών που γεννήθηκε από τις ανάγκες των δικτυωμένων υπολογιστικών συστημάτων.


Γι' αυτό είναι ακριβέστερο να το θεωρούμε έναν από τους πρώιμους προγόνους ορισμένων λειτουργιών που αργότερα έγιναν αυτονόητες στα social media.


Η δυνατότητα να βλέπουμε την παρουσία κάποιου, να βρίσκουμε βασικές πληροφορίες γι' αυτόν και να διαβάζουμε μια δημόσια ενημέρωσή του υπήρχε δεκαετίες πριν εμφανιστεί το Facebook.


Τα .plan files έγιναν ένα είδος πρώιμου microblog


Χρόνια αργότερα, ορισμένοι προγραμματιστές άρχισαν να χρησιμοποιούν τα .plan αρχεία πολύ πιο δημιουργικά.


Ένα από τα γνωστότερα παραδείγματα είναι ο John Carmack, ένας από τους σημαντικότερους προγραμματιστές στην ιστορία των videogames και βασικό πρόσωπο πίσω από παιχνίδια όπως τα Doom και Quake.


Ο Carmack δημοσίευε στα .plan αρχεία του ενημερώσεις σχετικά με την ανάπτυξη παιχνιδιών, τεχνικές αποφάσεις, προβλήματα που αντιμετώπιζε, διορθώσεις και προσωπικές παρατηρήσεις.


Άλλοι χρήστες μπορούσαν να διαβάζουν αυτές τις ενημερώσεις μέσω του δικτύου. Σήμερα θα λέγαμε ότι παρακολουθούσαν τα development updates ενός δημιουργού.


Με μια σύγχρονη ματιά, η συμπεριφορά αυτή θυμίζει αρκετά blog ή ακόμη και microblog: ένας δημιουργός δημοσιεύει μικρές ενημερώσεις και ένα κοινό επιστρέφει για να δει τι καινούργιο έγραψε.


Και κάπου εδώ εμφανίζεται ακόμη και ένας πρόγονος του IoT


Η ιστορία του Finger έχει και μία από εκείνες τις λεπτομέρειες που δείχνουν πόσο δημιουργικά χρησιμοποιούσαν οι πρώτοι χρήστες τα δίκτυα.


Σε πανεπιστημιακά περιβάλλοντα, παρόμοιοι μηχανισμοί χρησιμοποιήθηκαν ώστε άνθρωποι να μπορούν να ελέγχουν από απόσταση την κατάσταση ενός μηχανήματος αναψυκτικών: αν υπήρχαν διαθέσιμα ποτά και, σε ορισμένες υλοποιήσεις, αν είχαν προλάβει να κρυώσουν.


Σήμερα αυτό θα το εντάσσαμε χωρίς δεύτερη σκέψη στη λογική του Internet of Things: μια φυσική συσκευή μεταδίδει πληροφορίες μέσω δικτύου ώστε κάποιος να γνωρίζει την κατάστασή της χωρίς να βρίσκεται μπροστά της.


Τότε, φυσικά, κανείς δεν μιλούσε για «έξυπνο ψυγείο».


Όταν η χρησιμότητα συνάντησε το πρόβλημα της ιδιωτικότητας


Το Finger δημιουργήθηκε σε μια πολύ διαφορετική εποχή του Internet. Τα δίκτυα ήταν μικρότερα και η κοινότητα των χρηστών πολύ πιο περιορισμένη. Η λογική της ασφάλειας και της ιδιωτικότητας δεν είχε ακόμη τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα.


Όσο όμως τα δίκτυα μεγάλωναν, η δυνατότητα να ζητήσει κάποιος πληροφορίες για έναν απομακρυσμένο χρήστη άρχισε να αποκτά και άλλη διάσταση.


Πληροφορίες που φαίνονταν αθώες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη χαρτογράφηση χρηστών και συστημάτων. Έτσι, κάτι που είχε σχεδιαστεί για ευκολία μπορούσε να προσφέρει χρήσιμα στοιχεία και σε κάποιον που προσπαθούσε να συγκεντρώσει πληροφορίες για έναν υπολογιστή ή ένα δίκτυο.


Το δίλημμα ακούγεται παράξενα σύγχρονο: πόσες πληροφορίες πρέπει να δημοσιοποιεί ένα σύστημα για να είναι χρήσιμο χωρίς να εκθέτει υπερβολικά τους χρήστες του;


Το Finger και το διαβόητο Morris worm


Το 1988 ένα από τα σημαντικότερα περιστατικά στην πρώιμη ιστορία της ασφάλειας του Internet έκανε γνωστή και μια άλλη πλευρά του Finger.


Το Morris worm, ένα από τα πρώτα προγράμματα τύπου worm που εξαπλώθηκαν σε μεγάλη κλίμακα στο πρώιμο Internet, εκμεταλλεύτηκε μεταξύ άλλων μια ευπάθεια στο πρόγραμμα fingerd, τον server που εξυπηρετούσε αιτήματα Finger σε ορισμένα συστήματα Unix.


Το περιστατικό δεν σημαίνει ότι «το Finger δημιούργησε το worm». Δείχνει όμως κάτι που επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα: μια χρήσιμη δικτυακή υπηρεσία μπορεί να μετατραπεί σε σημείο επίθεσης όταν υπάρχει ευπάθεια στην υλοποίησή της.


Το 1991 το Finger απέκτησε επίσημη προδιαγραφή


Η τεχνολογία δεν έμεινε απλώς μια ανεπίσημη εντολή σε μερικά πανεπιστημιακά συστήματα.


Το Finger User Information Protocol περιγράφηκε επίσημα στο RFC 1288 το 1991. Η προδιαγραφή περιέγραφε τον τρόπο με τον οποίο ένας client μπορούσε να ζητήσει πληροφορίες χρήστη από έναν απομακρυσμένο server.


Η βασική ιδέα παρέμενε εντυπωσιακά απλή: κάνεις ένα ερώτημα για έναν χρήστη και το απομακρυσμένο σύστημα επιστρέφει τις πληροφορίες που επιτρέπεται να δημοσιοποιήσει.


Γιατί τελικά εξαφανίστηκε από την καθημερινότητά μας;


Το Finger δεν εξαφανίστηκε επειδή ξαφνικά έπαψε να λειτουργεί. Άλλαξε ολόκληρο το περιβάλλον γύρω του.


Το Internet πέρασε από πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα σε εκατομμύρια και αργότερα δισεκατομμύρια ανθρώπους. Το World Wide Web έδωσε γραφικό περιβάλλον στην online πληροφορία. Εμφανίστηκαν προσωπικές ιστοσελίδες, forums, instant messaging, blogs και τελικά κοινωνικά δίκτυα.


Παράλληλα, η ασφάλεια και η προστασία προσωπικών πληροφοριών απέκτησαν πολύ μεγαλύτερη σημασία. Η ιδέα ότι ένας server θα απαντά ελεύθερα σε ερωτήσεις αγνώστων σχετικά με τους χρήστες του έγινε λιγότερο ελκυστική.


Έτσι το Finger υποχώρησε από το προσκήνιο, παρότι δεν εξαφανίστηκε εντελώς από τον κόσμο του Unix και της ιστορίας των δικτύων.


Από το «finger user» στο προφίλ του Facebook


Αν βάλουμε δίπλα δίπλα ένα τερματικό του 1971 και ένα σημερινό smartphone, η σύγκριση φαίνεται σχεδόν παράλογη.


Στη μία πλευρά υπάρχει μια μαύρη οθόνη με λίγες γραμμές κειμένου. Στην άλλη φωτογραφίες, βίντεο, reactions, προσωπικά μηνύματα, stories, followers και αλγόριθμοι που αποφασίζουν τι θα δούμε.


Κάτω από αυτή την τεράστια τεχνολογική απόσταση, όμως, κρύβονται μερικές πολύ παλιές ανθρώπινες ερωτήσεις:


Ποιος είναι εκεί;
Τι κάνει;
Τι έχει να πει;
Πώς μπορώ να επικοινωνήσω μαζί του;


Το Finger δεν ήταν Facebook πριν από το Facebook.


Ήταν όμως μια υπενθύμιση ότι πολλές από τις ιδέες που θεωρούμε προϊόν της εποχής των social media έχουν ρίζες πολύ βαθύτερα στην ιστορία των υπολογιστικών δικτύων.


Πενήντα πέντε χρόνια μετά, η βασική ιδέα παραμένει γνώριμη


Το 1971 ένας χρήστης πληκτρολογούσε μια εντολή για να μάθει ποιος βρισκόταν στην άλλη άκρη του δικτύου.


Σήμερα ανοίγουμε μια εφαρμογή και βλέπουμε ποιος είναι ενεργός, τι δημοσίευσε, πού βρίσκεται, τι ακούει ή τι έκανε πριν από λίγα λεπτά.


Η τεχνολογία άλλαξε πέρα από κάθε σύγκριση. Η ανάγκη όμως να γνωρίζουμε ποιος βρίσκεται στην άλλη πλευρά της σύνδεσης αποδείχθηκε πολύ πιο παλιά από τα κοινωνικά δίκτυα.


Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας του Finger: όχι ότι ήταν το «Facebook του 1971», αλλά ότι ήδη από τις πρώτες ημέρες των δικτύων οι άνθρωποι δεν ήθελαν απλώς να συνδέσουν υπολογιστές.


Ήθελαν να βρίσκουν ο ένας τον άλλον.

Κινητά με μπαταρία 10.000 mAh: Τι άλλαξε ξαφνικά και χωρά τόση ενέργεια σε ένα smartphone;


Για χρόνια, η μπαταρία των 5.000 mAh έμοιαζε να αποτελεί ένα άτυπο όριο για τα smartphones. Οι επεξεργαστές γίνονταν ταχύτεροι, οι κάμερες καλύτερες και οι οθόνες φωτεινότερες, αλλά η χωρητικότητα της μπαταρίας παρέμενε περίπου στα ίδια επίπεδα.


Το 2026 όμως η εικόνα αρχίζει να αλλάζει εντυπωσιακά. Στην αγορά εμφανίζονται κινητά με μπαταρίες 7.000, 8.000 και 9.000 mAh, ενώ ορισμένες συσκευές έχουν ήδη περάσει ακόμη και το όριο των 10.000 mAh.


Το παράξενο είναι ότι αυτά τα κινητά δεν χρειάζεται πλέον να μοιάζουν με ογκώδη power banks.


Πώς χωρά λοιπόν σχεδόν διπλάσια χωρητικότητα μέσα σε μια συσκευή που εξακολουθεί να χωρά κανονικά στην τσέπη;


Η απάντηση βρίσκεται σε μια τεχνολογία που αρχίζει να αλλάζει αθόρυβα τον σχεδιασμό των smartphones: τις μπαταρίες silicon-carbon, δηλαδή τις μπαταρίες με άνοδο πυριτίου-άνθρακα.


Γιατί είχαμε «κολλήσει» γύρω στις 5.000 mAh;


Οι περισσότερες σύγχρονες φορητές συσκευές χρησιμοποιούν εδώ και χρόνια μπαταρίες ιόντων λιθίου. Πρόκειται για μια ώριμη και εξαιρετικά επιτυχημένη τεχνολογία, αλλά κάθε τεχνολογία έχει φυσικά και πρακτικά όρια.


Σε μια συμβατική μπαταρία ιόντων λιθίου, ένα από τα βασικά υλικά της αρνητικής ηλεκτροδίου —της ανόδου— είναι ο γραφίτης.


Ο γραφίτης έχει ένα τεράστιο πλεονέκτημα: είναι σχετικά σταθερός και έχει αποδειχθεί αξιόπιστος σε εκατομμύρια συσκευές. Δεν μπορεί όμως να αποθηκεύει απεριόριστες ποσότητες λιθίου.


Έτσι, αν ένας κατασκευαστής ήθελε αισθητά μεγαλύτερη μπαταρία χρησιμοποιώντας την ίδια περίπου τεχνολογία, η απλούστερη λύση ήταν... να τοποθετήσει μεγαλύτερη μπαταρία.


Και μεγαλύτερη μπαταρία σημαίνει περισσότερο χώρο, περισσότερο βάρος και συνήθως παχύτερο κινητό.


Το πυρίτιο αλλάζει την εξίσωση


Το πυρίτιο παρουσιάζει ένα χαρακτηριστικό που ενδιαφέρει εδώ και χρόνια τους ερευνητές των μπαταριών: μπορεί θεωρητικά να αποθηκεύσει πολύ περισσότερο λίθιο ανά μονάδα μάζας από τον γραφίτη.


Αυτό δεν σημαίνει ότι μια silicon-carbon μπαταρία είναι απλώς μια συμβατική μπαταρία στην οποία αντικαταστάθηκε ολόκληρος ο γραφίτης με πυρίτιο.


Στις πρακτικές εφαρμογές χρησιμοποιούνται σύνθετες δομές στις οποίες το πυρίτιο συνδυάζεται με ανθρακούχα υλικά. Ο στόχος είναι να αξιοποιηθεί μέρος της πολύ μεγαλύτερης ικανότητας αποθήκευσης του πυριτίου χωρίς να χαθούν τα πλεονεκτήματα σταθερότητας που προσφέρει ο άνθρακας.


Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μεγαλύτερη ενεργειακή πυκνότητα: περισσότερη αποθηκευμένη ενέργεια μέσα σε παρόμοιο φυσικό όγκο.


Γι' αυτό βλέπουμε ξαφνικά 7.000, 8.000 και 10.000 mAh


Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική αλλαγή για τα κινητά.


Μέχρι πρόσφατα, μια δραματική αύξηση της χωρητικότητας απαιτούσε αντίστοιχα μεγαλύτερο χώρο μέσα στη συσκευή. Με τις νεότερες silicon-carbon κυψέλες, οι κατασκευαστές μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τη χωρητικότητα χωρίς να αυξάνεται στον ίδιο βαθμό ο όγκος της μπαταρίας.


Δεν πρόκειται απλώς για θεωρία εργαστηρίου. Μέσα στο 2026 η συγκεκριμένη τεχνολογία έχει ήδη εξαπλωθεί σε δεκάδες μοντέλα smartphones, ενώ στην αγορά εμφανίζονται συσκευές που πλησιάζουν ή ξεπερνούν τις 10.000 mAh.


Η αλλαγή είναι ιδιαίτερα εμφανής σε κινεζικούς κατασκευαστές, οι οποίοι έχουν κινηθεί ταχύτερα προς την υιοθέτηση της νέας τεχνολογίας.


Διπλάσια mAh σημαίνει διπλάσια αυτονομία;


Όχι απαραίτητα.


Τα mAh είναι ένας χρήσιμος δείκτης χωρητικότητας, αλλά δεν μας λένε από μόνα τους πόσες ώρες θα λειτουργήσει ένα κινητό.


Η πραγματική αυτονομία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες:


  • την κατανάλωση του επεξεργαστή,
  • το μέγεθος, τη φωτεινότητα και τον ρυθμό ανανέωσης της οθόνης,
  • τη χρήση 5G και Wi-Fi,
  • τις κάμερες,
  • το λογισμικό και τη διαχείριση ενέργειας,
  • τη θερμοκρασία λειτουργίας,
  • και φυσικά τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί ο καθένας τη συσκευή του.


Ένα κινητό 10.000 mAh λοιπόν δεν είναι υποχρεωτικό να διαρκεί ακριβώς δύο φορές περισσότερο από ένα αντίστοιχο μοντέλο 5.000 mAh.


Η μεγάλη διαφορά όμως δίνει στους κατασκευαστές πολύ μεγαλύτερο περιθώριο ώστε η φόρτιση να μην αποτελεί καθημερινό άγχος.


Γιατί δεν χρησιμοποιούμε απλώς καθαρό πυρίτιο;


Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο τεχνικό πρόβλημα.


Το πυρίτιο μπορεί να αποθηκεύσει πολύ περισσότερο λίθιο, αλλά κατά τη φόρτιση και την εκφόρτιση μεταβάλλει σημαντικά τον όγκο του.


Με απλά λόγια, το υλικό «φουσκώνει» και «μαζεύει» καθώς τα ιόντα λιθίου εισέρχονται και εξέρχονται από τη δομή του.


Αν αυτό επαναλαμβάνεται εκατοντάδες φορές χωρίς σωστή διαχείριση, μπορεί να προκαλέσει μηχανικές καταπονήσεις, ρωγμές και σταδιακή απώλεια της απόδοσης της μπαταρίας.


Γι' αυτό και μεγάλο μέρος της έρευνας δεν επικεντρώνεται απλώς στο να βάλουμε περισσότερο πυρίτιο στην άνοδο, αλλά στο πώς θα το σταθεροποιήσουμε.


Ο συνδυασμός του με άνθρακα, οι ειδικές επιστρώσεις και οι νέες μικροσκοπικές δομές επιχειρούν ακριβώς αυτό: να αξιοποιήσουν την υψηλή χωρητικότητα του πυριτίου περιορίζοντας τις συνέπειες της διαστολής του.


Υπάρχει κάποιο τίμημα;


Όπως συμβαίνει σχεδόν με κάθε νέα τεχνολογία μπαταριών, η μεγαλύτερη χωρητικότητα δεν είναι το μοναδικό χαρακτηριστικό που έχει σημασία.


Οι κατασκευαστές πρέπει ταυτόχρονα να εξασφαλίσουν διάρκεια ζωής πολλών κύκλων, ελεγχόμενες θερμοκρασίες, ασφαλή ταχεία φόρτιση και προβλέψιμη γήρανση της κυψέλης.


Η επιστημονική έρευνα του 2026 δείχνει ότι τα σύνθετα υλικά πυριτίου-άνθρακα μπορούν να προσφέρουν σημαντικά υψηλότερη ενεργειακή πυκνότητα σε σχέση με τον γραφίτη. Ταυτόχρονα όμως επιβεβαιώνει ότι η διαστολή του πυριτίου και η μακροχρόνια σταθερότητα εξακολουθούν να αποτελούν βασικές προκλήσεις.


Γι' αυτό δεν αρκεί να κοιτάμε μόνο τον εντυπωσιακό αριθμό των mAh. Η πραγματική ποιότητα μιας μπαταρίας φαίνεται και από το πόσο καλά διατηρεί την απόδοσή της έπειτα από εκατοντάδες κύκλους φόρτισης.


Γιατί δεν έχουν όλοι οι κατασκευαστές μπαταρίες 10.000 mAh;


Η μετάβαση σε μια διαφορετική τεχνολογία κυψελών δεν γίνεται από τη μια ημέρα στην άλλη.


Κάθε κατασκευαστής έχει διαφορετικές απαιτήσεις σχετικά με το κόστος, τη διάρκεια ζωής, την ασφάλεια, την ταχεία φόρτιση, το πάχος της συσκευής και τις αλυσίδες προμηθευτών.


Επιπλέον, μια εταιρεία μπορεί να επιλέξει να χρησιμοποιήσει το πλεονέκτημα της μεγαλύτερης ενεργειακής πυκνότητας όχι για να φτιάξει μια τεράστια μπαταρία, αλλά για να δημιουργήσει ένα λεπτότερο ή ελαφρύτερο κινητό με παρόμοια αυτονομία.


Η ίδια τεχνολογία επομένως μπορεί να χρησιμοποιηθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους: είτε για περισσότερη μπαταρία στον ίδιο χώρο είτε για ίδια περίπου μπαταρία σε μικρότερο χώρο.


Η επόμενη μεγάλη μάχη των smartphones μπορεί να είναι η αυτονομία


Για πολλά χρόνια η αγορά των κινητών ανταγωνιζόταν κυρίως στους επεξεργαστές, στις κάμερες και στις οθόνες. Η μπαταρία βελτιωνόταν, αλλά πολύ πιο αργά.


Οι silicon-carbon άνοδοι δείχνουν ότι αυτή η περίοδος μπορεί να πλησιάζει στο τέλος της.


Οι 10.000 mAh δεν πρόκειται να γίνουν απαραίτητα το νέο πρότυπο για κάθε smartphone. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι το παλιό όριο των περίπου 5.000 mAh δεν φαίνεται πλέον τόσο δύσκολο να ξεπεραστεί.


Και αυτό μπορεί τελικά να αποδειχθεί πιο σημαντικό για τον καθημερινό χρήστη από έναν ακόμη ταχύτερο επεξεργαστή ή μερικά επιπλέον megapixel.


Γιατί η πιο εντυπωσιακή τεχνολογία ενός μελλοντικού κινητού ίσως να μην είναι κάτι που θα βλέπουμε στην οθόνη του.


Ίσως να είναι απλώς το γεγονός ότι, στο τέλος μιας δύσκολης ημέρας, δεν θα ψάχνουμε πια τον φορτιστή.

Η φωνή που ακούς μπορεί να μην είναι αληθινή: Πώς λειτουργεί η νέα απάτη με AI

Το τηλέφωνο χτυπά. Στην άλλη άκρη ακούγεται η φωνή ενός ανθρώπου που γνωρίζεις καλά. Μπορεί να είναι το παιδί σου, ένας συγγενής ή ένας φίλος. Είναι αναστατωμένος, λέει ότι συνέβη κάτι σοβαρό και χρειάζεται επειγόντως βοήθεια.


Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα: η φωνή μπορεί να μην είναι δική του.


Η τεχνητή νοημοσύνη έχει κάνει την αντιγραφή μιας ανθρώπινης φωνής πολύ πιο εύκολη και πειστική. Η τεχνολογία που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε με κάτι βγαλμένο από ταινία επιστημονικής φαντασίας είναι πλέον διαθέσιμη μέσα από εργαλεία δημιουργίας συνθετικής φωνής.


Και όπως συμβαίνει σχεδόν με κάθε νέα τεχνολογία, μαζί με τις χρήσιμες εφαρμογές εμφανίστηκαν και εκείνοι που προσπαθούν να την εκμεταλλευτούν.


Πώς μπορεί κάποιος να αντιγράψει μια φωνή;


Τα σύγχρονα συστήματα κλωνοποίησης φωνής αναλύουν ένα πραγματικό ηχητικό δείγμα και μαθαίνουν χαρακτηριστικά όπως τον τόνο, τον ρυθμό και τη χροιά της φωνής.


Το υλικό μπορεί να προέρχεται ακόμη και από κάτι που έχει δημοσιευτεί στο διαδίκτυο: ένα βίντεο, ένα δημόσιο προφίλ ή κάποια άλλη ηχογράφηση. Στη συνέχεια το σύστημα μπορεί να δημιουργήσει νέο ήχο που μοιάζει να προέρχεται από το ίδιο πρόσωπο.


Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοια απομίμηση είναι τέλεια. Σημαίνει όμως ότι η φωνή από μόνη της δεν αποτελεί πλέον την απόδειξη ταυτότητας που θεωρούσαμε κάποτε.


Το σενάριο που εκμεταλλεύεται τον πανικό


Η τεχνολογία είναι μόνο το ένα μέρος της απάτης. Το άλλο, και ίσως σημαντικότερο, είναι η ανθρώπινη αντίδραση.


Ο απατεώνας προσπαθεί να δημιουργήσει μια κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει χρόνος για σκέψη.


«Έπαθα ατύχημα».

«Χρειάζομαι χρήματα τώρα».

«Μην το πεις σε κανέναν».

«Σε παρακαλώ, βοήθησέ με».


Όταν κάποιος πιστέψει ότι ένας δικός του άνθρωπος βρίσκεται σε κίνδυνο, η πρώτη αντίδραση είναι φυσικά να τον βοηθήσει. Εκεί ακριβώς στηρίζεται η απάτη.


Η πίεση για άμεση ενέργεια, η απαίτηση για χρήματα και η προσπάθεια να μη μιλήσουμε με κανέναν άλλο είναι κλασικά προειδοποιητικά σημάδια τέτοιων περιστατικών.


Η απλή κίνηση που μπορεί να χαλάσει ολόκληρη την απάτη


Αν δεχθούμε μια τέτοια κλήση, το σημαντικότερο είναι να μην εμπιστευτούμε μόνο τη φωνή.


Κλείνουμε το τηλέφωνο και καλούμε εμείς τον άνθρωπο που υποτίθεται ότι μας μίλησε, χρησιμοποιώντας τον αριθμό που ήδη γνωρίζουμε. Αν δεν απαντήσει, επικοινωνούμε με κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας ή άνθρωπο που βρίσκεται κοντά του.


Αυτό το απλό βήμα μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να αποκαλύψει ότι η υποτιθέμενη «έκτακτη ανάγκη» δεν υπήρξε ποτέ.


Μια μυστική λέξη μέσα στην οικογένεια


Υπάρχει και μια ακόμη πολύ απλή ιδέα: μια λέξη ή μικρή φράση που γνωρίζουν μόνο τα μέλη της οικογένειας.


Δεν χρειάζεται να είναι κάτι περίπλοκο. Αρκεί να μην είναι προφανές και να μη βρίσκεται δημόσια στα κοινωνικά δίκτυα.


Αν κάποιος τηλεφωνήσει υποστηρίζοντας ότι είναι συγγενής και ζητά επειγόντως βοήθεια, μπορούμε να του ζητήσουμε αυτή τη λέξη. Είναι ένα επιπλέον επίπεδο επιβεβαίωσης σε μια εποχή όπου ακόμη και η φωνή μπορεί να αντιγραφεί.


Προσέχουμε ιδιαίτερα όταν ζητούν χρήματα


Η καχυποψία πρέπει να μεγαλώνει όταν μια ξαφνική κλήση συνοδεύεται από απαίτηση για άμεση μεταφορά χρημάτων, κρυπτονόμισμα, δωροκάρτες ή άλλον τρόπο πληρωμής που είναι δύσκολο να ανακληθεί.


Το ίδιο ισχύει όταν κάποιος ζητά κωδικούς πρόσβασης, τραπεζικά στοιχεία ή κωδικούς επιβεβαίωσης που έρχονται στο κινητό.


Ακόμη κι αν η φωνή ακούγεται απολύτως γνώριμη, σταματάμε και επιβεβαιώνουμε την ιστορία από διαφορετικό κανάλι επικοινωνίας.


Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι το πρόβλημα από μόνη της


Η κλωνοποίηση φωνής έχει και απολύτως νόμιμες χρήσεις. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή περιεχομένου, στην προσβασιμότητα, στην ψυχαγωγία και σε πολλές άλλες εφαρμογές.


Το πρόβλημα αρχίζει όταν χρησιμοποιείται χωρίς συναίνεση για να παρουσιαστεί κάποιος ως άλλος άνθρωπος και να εξαπατήσει τρίτους.


Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή που φέρνει η εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.


Για πολλά χρόνια μάθαμε να λέμε «να το ακούσω με τα αυτιά μου για να το πιστέψω».


Σήμερα αυτό δεν είναι πάντα αρκετό.


Τι αξίζει να θυμόμαστε


Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε κάθε τηλεφώνημα ούτε να γίνουμε καχύποπτοι απέναντι στους ανθρώπους μας. Χρειάζεται απλώς μια καινούργια συνήθεια.


Όταν μια απρόσμενη επικοινωνία συνδυάζει πανικό, μεγάλη πίεση χρόνου και απαίτηση για χρήματα ή προσωπικά στοιχεία, δεν ενεργούμε αμέσως.


Επιβεβαιώνουμε πρώτα ποιος πραγματικά βρίσκεται στην άλλη άκρη.


Γιατί στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης μια φωνή μπορεί να ακούγεται απολύτως γνώριμη — χωρίς ο άνθρωπος στον οποίο ανήκει να έχει μιλήσει ποτέ.



Σημείωση: Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα. Οι συστάσεις βασίζονται σε οδηγίες πρόληψης για απάτες πλαστοπροσωπίας και κλωνοποίησης φωνής.

Blogger και Blogspot: Η ιστορία μιας πλατφόρμας που άλλαξε το διαδίκτυο

Πριν από το Facebook, το YouTube, το Instagram, το TikTok και την εποχή των αλγορίθμων των κοινωνικών δικτύων, υπήρχε ένα διαφορετικό διαδίκτυο. Ένα διαδίκτυο περισσότερο προσωπικό, κάπως ακατάστατο, συχνά ερασιτεχνικό, αλλά γεμάτο ανθρώπους που ήθελαν να γράψουν κάτι και να το μοιραστούν με τον κόσμο.


Σε εκείνη την εποχή γεννήθηκε το Blogger.


Για εκατομμύρια ανθρώπους ήταν η πρώτη ευκαιρία να αποκτήσουν τη δική τους γωνιά στο διαδίκτυο χωρίς να γνωρίζουν προγραμματισμό, χωρίς να αγοράσουν server και χωρίς να χρειάζεται να είναι επαγγελματίες εκδότες.

Και παρότι σήμερα η λέξη «blog» δεν ακούγεται τόσο συχνά όσο πριν από δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια, το Blogger εξακολουθεί να υπάρχει.

Περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα μετά την εμφάνισή του.


Όταν το να φτιάξεις ιστοσελίδα δεν ήταν απλή υπόθεση


Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 το διαδίκτυο ήταν πολύ διαφορετικό.

Η δημιουργία μιας προσωπικής ιστοσελίδας απαιτούσε συνήθως κάποια γνώση HTML, χώρο φιλοξενίας, μεταφορά αρχείων μέσω FTP και αρκετή υπομονή. Δεν υπήρχαν τα σημερινά εύχρηστα συστήματα διαχείρισης περιεχομένου και η δημοσίευση ενός νέου κειμένου μπορούσε να σημαίνει χειροκίνητη επεξεργασία μιας ολόκληρης σελίδας.

Ταυτόχρονα είχε αρχίσει να αναπτύσσεται μια νέα μορφή προσωπικής έκφρασης: τα weblogs.

Ήταν ιστοσελίδες στις οποίες οι δημιουργοί δημοσίευαν τακτικά νέες καταχωρίσεις, συνήθως με την πιο πρόσφατη να εμφανίζεται πρώτη. Έγραφαν σκέψεις, σχολίαζαν ειδήσεις, πρότειναν ενδιαφέροντες συνδέσμους ή απλώς κατέγραφαν την καθημερινότητά τους.

Με τον καιρό, το «weblog» συντομεύτηκε σε blog.

Αυτό που έλειπε ήταν ένας εύκολος τρόπος για να μπορεί να το κάνει σχεδόν ο καθένας.


1999: Γεννιέται το Blogger


Στις 23 Αυγούστου 1999, η μικρή αμερικανική εταιρεία Pyra Labs παρουσίασε το Blogger. Η ίδια η ομάδα του Blogger έχει καταγράψει αυτή την ημερομηνία ως την ημέρα γέννησης της υπηρεσίας.

Η ιδέα σήμερα μοιάζει αυτονόητη, αλλά τότε ήταν σχεδόν επαναστατική: ο χρήστης μπορούσε να γράψει το κείμενό του μέσα από ένα απλούστερο περιβάλλον και το σύστημα να αναλάβει τη δημοσίευσή του.

Δεν χρειαζόταν κάθε φορά να κατασκευάζει από την αρχή μια νέα HTML σελίδα.

Το Blogger βοήθησε έτσι να μετατραπεί η δημιουργία περιεχομένου από τεχνική διαδικασία σε κάτι πολύ πιο κοντά σε αυτό που γνωρίζουμε σήμερα: γράφω, πατάω δημοσίευση και το κείμενό μου βρίσκεται στο διαδίκτυο.

Αυτό μπορεί να φαίνεται μικρό με τα σημερινά δεδομένα. Το 1999 όμως ήταν τεράστια αλλαγή.


Από τους λίγους δημιουργούς στις μάζες


Το Blogger δεν δημιούργησε μόνο του το blogging. Τα blogs και οι πρόδρομοί τους υπήρχαν ήδη.

Βοήθησε όμως αποφασιστικά στον εκδημοκρατισμό του.

Ξαφνικά δεν ήταν απαραίτητο να είσαι webmaster για να αποκτήσεις μια διαδικτυακή παρουσία. Ένας φοιτητής, ένας δημοσιογράφος, ένας ταξιδιώτης, ένας λάτρης της τεχνολογίας ή κάποιος που απλώς είχε μια άποψη μπορούσε να αρχίσει να δημοσιεύει.

Και αυτό άλλαξε σταδιακά τη φύση του ίδιου του διαδικτύου.

Ο χρήστης δεν ήταν πλέον μόνο αναγνώστης. Μπορούσε να γίνει δημιουργός και εκδότης.

Πολύ πριν τα κοινωνικά δίκτυα κάνουν αυτή την ιδέα καθημερινότητα.


Blogger και Blogspot δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα


Οι δύο ονομασίες χρησιμοποιούνται τόσο συχνά μαζί ώστε πολλές φορές θεωρούνται συνώνυμες.

Υπάρχει όμως μια απλή διαφορά.

Το Blogger είναι η πλατφόρμα μέσω της οποίας δημιουργείται και διαχειρίζεται ένα blog.

Το Blogspot είναι ο γνωστός χώρος φιλοξενίας και το domain που χρησιμοποιούν τα blogs της υπηρεσίας, με διευθύνσεις της μορφής:

onoma.blogspot.com

Ένας χρήστης μπορούσε επομένως να δημιουργήσει το blog του στο Blogger και να το φιλοξενήσει δωρεάν σε μια διεύθυνση Blogspot.

Αυτή η απλότητα υπήρξε ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα της πλατφόρμας.


Τα δύσκολα χρόνια της Pyra Labs


Η επιτυχία μιας ιδέας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η εταιρεία που βρίσκεται πίσω της έχει εύκολη ζωή.

Η Pyra Labs ήταν μια μικρή επιχείρηση που προσπαθούσε να λειτουργήσει σε μια περίοδο κατά την οποία η τεχνολογική αγορά περνούσε μεγάλες αναταράξεις.

Η περίφημη «φούσκα των dot-com» έσκασε στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Εταιρείες του διαδικτύου έκλειναν, επενδύσεις εξαφανίζονταν και πολλές υπηρεσίες που έμοιαζαν πολλά υποσχόμενες δεν κατάφεραν να επιβιώσουν.

Το Blogger όμως άντεξε.

Αργότερα, άνθρωποι της ομάδας του θα περιέγραφαν πόσο δύσκολο ήταν να αναπτύσσεται μια τέτοια υπηρεσία με περιορισμένους πόρους.

Και τότε ήρθε η Google.


2003: Η Google αγοράζει την Pyra Labs


Το 2003 η Google εξαγόρασε την Pyra Labs και μαζί της το Blogger. Το γεγονός αυτό άλλαξε την πορεία της πλατφόρμας.

Ας θυμηθούμε πού βρισκόταν τότε η Google.

Δεν ήταν ακόμη ο γίγαντας με τις δεκάδες υπηρεσίες που γνωρίζουμε σήμερα. Ήταν όμως ήδη μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη μηχανή αναζήτησης που είχε αρχίσει να αποκτά τεράστια επιρροή στον παγκόσμιο ιστό.

Η απόκτηση του Blogger έφερνε κοντά δύο κόσμους: τη μηχανή που βοηθούσε τους ανθρώπους να βρίσκουν πληροφορίες και μια πλατφόρμα που τους βοηθούσε να δημιουργούν πληροφορίες.

Το Blogger θα συνέχιζε να είναι Blogger.

Απλώς τώρα είχε πίσω του την υποδομή και τους πόρους της Google.


Η χρυσή εποχή των blogs


Στα χρόνια που ακολούθησαν, τα blogs εξελίχθηκαν σε ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια του διαδικτύου.

Και δεν ήταν όλα προσωπικά ημερολόγια.

Δημιουργήθηκαν πολιτικά blogs, τεχνολογικά blogs, ταξιδιωτικά, επιστημονικά, ιστορικά, σατιρικά, φωτογραφικά, μουσικά και χιλιάδες ακόμη εξειδικευμένες κοινότητες.

Πολλοί άνθρωποι που αργότερα έγιναν γνωστοί δημοσιογράφοι, συγγραφείς, αναλυτές ή επαγγελματίες του διαδικτύου ξεκίνησαν γράφοντας σε κάποιο blog.

Παράλληλα δημιουργήθηκε κάτι που σήμερα θεωρούμε δεδομένο: η συζήτηση κάτω από το περιεχόμενο.

Οι αναγνώστες μπορούσαν να σχολιάζουν, ο δημιουργός να απαντά και γύρω από ένα blog να σχηματίζεται μια μικρή κοινότητα.

Τα blogs άρχισαν επίσης να συνδέονται μεταξύ τους.

Ένα blog παρέπεμπε σε ένα άλλο. Εκείνο απαντούσε με νέα ανάρτηση. Άλλοι σχολίαζαν και συνέχιζαν τη συζήτηση.

Έτσι δημιουργήθηκε η περίφημη blogosphere, η «μπλογκόσφαιρα».

Ήταν ένα κοινωνικό δίκτυο πριν ακόμη τα κοινωνικά δίκτυα αποκτήσουν τη σημερινή τους μορφή.

Μόνο που δεν υπήρχε ένας κεντρικός αλγόριθμος που αποφάσιζε τι θα δουν όλοι.


Η διεύθυνση blogspot.com γίνεται μέρος της διαδικτυακής καθημερινότητας


Για μια ολόκληρη γενιά χρηστών του διαδικτύου, το blogspot.com έγινε τόσο αναγνωρίσιμο όσο είναι σήμερα οι διευθύνσεις των μεγάλων κοινωνικών δικτύων.

Η δημιουργία ενός blog μπορούσε να γίνει μέσα σε λίγα λεπτά.

Διάλεγες όνομα, διεύθυνση, ένα πρότυπο εμφάνισης και ξεκινούσες να γράφεις.

Αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη δύναμη του Blogger: χαμηλό εμπόδιο εισόδου.

Δεν χρειαζόταν να πληρώσεις hosting. Δεν χρειαζόταν να συντηρείς server. Δεν χρειαζόταν να εγκαθιστάς μόνος σου λογισμικό.

Απλώς έγραφες.


Η μεγάλη ανακατασκευή του Blogger


Η πλατφόρμα δεν έμεινε στην αρχική τεχνολογία της Pyra Labs.

Το 2006 άρχισε μια μεγάλη μετάβαση σε μια νέα έκδοση του Blogger, με διαφορετική υποδομή και σημαντικές νέες δυνατότητες.

Η νέα έκδοση έφερε μεταξύ άλλων labels, ευκολότερη διαχείριση του σχεδιασμού με drag-and-drop και νέο σύστημα templates. Τον Δεκέμβριο του 2006 η νέα πλατφόρμα βγήκε από τη φάση beta.

Η μετάβαση συνεχίστηκε και το 2007. Η Google μετέφερε σταδιακά τα blogs από το παλιό σύστημα στο νέο, μέχρι που τον Μάιο του 2007 η παλιά υποδομή του Blogger αποσύρθηκε.

Για τον απλό χρήστη αυτές οι τεχνικές αλλαγές μπορεί να μην είχαν ιδιαίτερη σημασία.

Για τη μακροζωία της υπηρεσίας όμως είχαν.

Το Blogger έπρεπε πλέον να εξυπηρετεί έναν κόσμο πολύ μεγαλύτερο από αυτόν για τον οποίο είχε αρχικά σχεδιαστεί.


Η εποχή των ελληνικών blogs


Και στην Ελλάδα το Blogspot γνώρισε μεγάλη άνθηση.

Ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και για αρκετά χρόνια μετά, εμφανίστηκαν χιλιάδες ελληνόφωνα blogs.

Πολιτική, ιστορία, τοπικές ειδήσεις, τεχνολογία, μουσική, φωτογραφία, χιούμορ, κοινωνικά θέματα, προσωπικά κείμενα και σχολιασμός της επικαιρότητας βρήκαν χώρο μέσα στη νέα ελληνική μπλογκόσφαιρα.

Για αρκετούς ανθρώπους, το blog έγινε κάτι σαν προσωπική εφημερίδα.

Δεν χρειαζόταν εκδοτική εταιρεία ούτε τυπογραφείο. Κάποιος μπορούσε από το σπίτι του να δημοσιεύσει ένα κείμενο και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα να είναι διαθέσιμο σε οποιονδήποτε είχε σύνδεση στο διαδίκτυο.

Φυσικά αυτό είχε και τη σκοτεινή του πλευρά.

Η απουσία παραδοσιακών εκδοτικών φίλτρων σήμαινε ότι μαζί με εξαιρετικό ανεξάρτητο περιεχόμενο μπορούσαν να κυκλοφορούν ανακρίβειες, φήμες, αντιγραφές και παραπληροφόρηση.

Ήταν κατά κάποιον τρόπο μια πρόγευση του προβλήματος που αργότερα θα γινόταν πολύ μεγαλύτερο στα κοινωνικά δίκτυα.


RSS: Όταν ο αναγνώστης διάλεγε τι θα διαβάσει


Ένα χαρακτηριστικό της εποχής των blogs που σήμερα έχει σχεδόν ξεχαστεί από το ευρύ κοινό ήταν το RSS.

Ο αναγνώστης μπορούσε να εγγραφεί στις ροές των ιστολογίων που τον ενδιέφεραν και, μέσω ενός RSS reader, να βλέπει τις νέες δημοσιεύσεις τους συγκεντρωμένες.

Η βασική διαφορά από τα σημερινά social media ήταν σημαντική.

Ο χρήστης διάλεγε τις πηγές.

Δεν περίμενε έναν αλγόριθμο να αποφασίσει ποιες από αυτές θα του εμφανίσει.

Αν παρακολουθούσες ένα blog, μπορούσες να δεις τις νέες αναρτήσεις του επειδή εσύ είχες αποφασίσει να το παρακολουθείς.

Αυτή η λογική του ανοιχτού διαδικτύου παραμένει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της εποχής.


Και μετά ήρθαν τα κοινωνικά δίκτυα


Η μεγάλη αλλαγή άρχισε σταδιακά.


Το Facebook έκανε τη δημοσίευση ακόμη πιο εύκολη. Το Twitter μετέφερε μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης σε μικρές αναρτήσεις. Το YouTube μετέτρεψε το βίντεο σε μαζικό μέσο. Αργότερα ήρθαν το Instagram, το TikTok και ολόκληρη η οικονομία των influencers και των creators.

Ο κόσμος δεν χρειαζόταν πλέον να δημιουργήσει blog για να μιλήσει δημόσια.

Μπορούσε να ανοίξει έναν λογαριασμό σε ένα κοινωνικό δίκτυο και μέσα σε δευτερόλεπτα να έχει ένα έτοιμο κοινό περιβάλλον δημοσίευσης.

Και υπήρχε μια ακόμη τεράστια διαφορά.

Στα social media το κοινό βρισκόταν ήδη εκεί.

Ένας blogger έπρεπε να πείσει τον αναγνώστη να επισκεφθεί το blog του. Στα κοινωνικά δίκτυα, η πλατφόρμα μπορούσε να βάλει μια δημοσίευση μπροστά σε χιλιάδες ή εκατομμύρια ανθρώπους.

Η μπλογκόσφαιρα άρχισε να χάνει την κεντρική θέση που είχε κάποτε.


Τα blogs όμως δεν πέθαναν


Κατά καιρούς γράφτηκε πολλές φορές ότι «τα blogs πέθαναν».

Δεν συνέβη ακριβώς αυτό.

Άλλαξε ο ρόλος τους.

Η γρήγορη καθημερινή συζήτηση μεταφέρθηκε σε μεγάλο βαθμό στα κοινωνικά δίκτυα. Το σύντομο σχόλιο έγινε post, tweet, story ή video.

Όμως το blog διατήρησε ένα πλεονέκτημα που τα κοινωνικά δίκτυα δυσκολεύονται να προσφέρουν:

Χώρο.

Χώρο για ένα κείμενο 2.000 λέξεων.

Χώρο για αρχεία δεκαπέντε ετών.

Χώρο για κατηγορίες, εσωτερικούς συνδέσμους, φωτογραφίες, πηγές και αναλύσεις.

Και κυρίως έναν χώρο που δεν εξαφανίζεται από το timeline λίγες ώρες μετά τη δημοσίευσή του.

Μια ανάρτηση blog μπορεί να ανακαλυφθεί μέσω μιας μηχανής αναζήτησης πολλά χρόνια αργότερα.


Η περίεργη αντοχή του Blogger


Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας.

Η Google έχει κλείσει αρκετές υπηρεσίες στην πορεία των χρόνων.

Το Blogger όμως παραμένει.

Δεν είναι η υπηρεσία που βρίσκεται κάθε χρόνο στο επίκεντρο των μεγάλων ανακοινώσεων της εταιρείας. Δεν ανανεώνεται με τον ρυθμό των δημοφιλέστερων κοινωνικών πλατφορμών. Ορισμένα κομμάτια του κουβαλούν ξεκάθαρα την ιστορία πολλών διαφορετικών εποχών του web.

Κι όμως λειτουργεί.

Το 2020 η ομάδα του Blogger παρουσίασε ανανεωμένο web interface, σχεδιασμένο ώστε η διαχείριση να λειτουργεί καλύτερα και σε κινητές συσκευές. Στην ίδια ανακοίνωση υπενθύμιζε ότι από το 1999 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν χρησιμοποιήσει την υπηρεσία για να εκφραστούν στο διαδίκτυο.

Αυτό σημαίνει ότι πίσω από τη φαινομενική απλότητα υπάρχει μια πλατφόρμα που έχει περάσει από διαφορετικές γενιές του internet και εξακολουθεί να εξυπηρετεί περιεχόμενο που δημιουργήθηκε πριν από πολλά χρόνια.


Γιατί κάποιος να χρησιμοποιεί Blogger σήμερα;


Η ερώτηση είναι εύλογη.

Σήμερα υπάρχουν πολύ περισσότερες επιλογές από ό,τι το 1999.

Υπάρχει WordPress, υπάρχουν hosted website builders, newsletter platforms, social networks και δεκάδες εργαλεία δημοσίευσης.

Το Blogger όμως διατηρεί ορισμένα χαρακτηριστικά που εξηγούν την αντοχή του.

Είναι δωρεάν.

Η φιλοξενία αναλαμβάνεται από την Google.

Ο χρήστης δεν χρειάζεται να ασχολείται με αναβαθμίσεις server ή εγκατάσταση λογισμικού.

Υποστηρίζει HTTPS, custom domains, templates, HTML/CSS επεξεργασία, labels, feeds, στατικές σελίδες, σχόλια και σύνδεση με υπηρεσίες της Google.

Και ένα blog μπορεί να παραμείνει online για πολλά χρόνια με ελάχιστη συντήρηση.

Από την άλλη πλευρά, το Blogger έχει και σαφείς περιορισμούς.

Δεν διαθέτει το τεράστιο οικοσύστημα επεκτάσεων μιας πλατφόρμας όπως το WordPress. Η αρχιτεκτονική των templates του έχει ιδιομορφίες. Πολλές σύγχρονες λειτουργίες χρειάζονται χειροκίνητο κώδικα και όποιος θελήσει να μετατρέψει ένα Blogger blog σε πολύ σύνθετη ιστοσελίδα αργά ή γρήγορα θα συναντήσει τα όριά του.

Αλλά ίσως αυτό να είναι και μέρος της ταυτότητάς του.

Δεν προσπαθεί να γίνει τα πάντα.

Παραμένει πρωτίστως μια πλατφόρμα δημοσίευσης.


Από το προσωπικό ημερολόγιο στο ανεξάρτητο αρχείο


Υπάρχει και μια άλλη διάσταση που γίνεται πιο εμφανής όσο περνούν τα χρόνια.

Πολλά παλιά blogs έχουν μετατραπεί άθελά τους σε ψηφιακά αρχεία μιας εποχής.

Περιέχουν φωτογραφίες, τοπικές ειδήσεις, προσωπικές μαρτυρίες, πολιτικές συζητήσεις, τεχνολογικές εξελίξεις και γεγονότα που κάποτε θεωρούνταν απλή καθημερινότητα.

Ένα blog του 2005 ή του 2010 μπορεί σήμερα να λειτουργεί σαν μικρή χρονοκάψουλα.

Ακόμη και ο σχεδιασμός του, οι σύνδεσμοι, ο τρόπος γραφής και τα σχόλια των αναγνωστών αποτυπώνουν το πώς χρησιμοποιούσαμε τότε το διαδίκτυο.

Και αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε έναν ψηφιακό κόσμο όπου υπηρεσίες ανοίγουν και κλείνουν, λογαριασμοί χάνονται και ολόκληρες πλατφόρμες μπορούν να εξαφανιστούν.


Blogger εναντίον social media: Δύο διαφορετικές φιλοσοφίες


Ίσως τελικά η ουσιαστικότερη διαφορά δεν είναι τεχνική.

Είναι φιλοσοφική.

Στα κοινωνικά δίκτυα ο δημιουργός βρίσκεται μέσα στην πλατφόρμα.

Στο blog η αίσθηση είναι διαφορετική: η πλατφόρμα βρίσκεται περισσότερο πίσω από τον δημιουργό.

Στο Facebook ή στο TikTok ο επισκέπτης γνωρίζει πάντα σε ποια υπηρεσία βρίσκεται. Όλα έχουν συγκεκριμένη δομή και εμφάνιση.

Δύο Blogger blogs, αντίθετα, μπορούν να μοιάζουν σαν δύο εντελώς διαφορετικές ιστοσελίδες.

Ο δημιουργός μπορεί να αλλάξει το template, να επεξεργαστεί HTML και CSS, να προσθέσει λειτουργίες και να δημιουργήσει τη δική του ταυτότητα.

Δεν έχει την απόλυτη ανεξαρτησία μιας ιστοσελίδας σε ιδιόκτητη υποδομή, αλλά διαθέτει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία παρουσίασης από έναν απλό λογαριασμό κοινωνικού δικτύου.


Ένα παιδί του 1999 μέσα στο διαδίκτυο του 2026


Το Blogger είναι σήμερα ένα παράξενο μείγμα παλιού και νέου διαδικτύου.

Γεννήθηκε όταν οι περισσότεροι άνθρωποι συνδέονταν στο internet από υπολογιστή.

Επέζησε από τη φούσκα των dot-com.

Επέζησε από την έκρηξη του Facebook.

Επέζησε από το Twitter, το YouTube, τα smartphones, το Instagram και το TikTok.

Έζησε την εποχή που γράφαμε «www» πριν από σχεδόν κάθε διεύθυνση και έφτασε στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.

Αυτό από μόνο του είναι αξιοσημείωτο.

Δεν σημαίνει ότι το Blogger παραμένει η σημαντικότερη πλατφόρμα δημοσίευσης στον κόσμο. Ούτε ότι θα επιστρέψει η μπλογκόσφαιρα ακριβώς όπως ήταν το 2008.

Σημαίνει όμως ότι μια ιδέα του 1999 αποδείχθηκε αρκετά απλή και αρκετά χρήσιμη ώστε να επιβιώσει μέσα σε ένα διαδίκτυο που άλλαξε σχεδόν ολοκληρωτικά γύρω της.


Τελικά, τι ήταν το Blogger;


Ήταν ένα εργαλείο.

Αλλά ήταν και κάτι περισσότερο.

Ήταν μέρος της μετάβασης από το διαδίκτυο των λίγων δημιουργών στο διαδίκτυο όπου ο καθένας μπορούσε να δημοσιεύσει.

Πριν γίνει συνηθισμένο να ανεβάζουμε φωτογραφίες, απόψεις, βίντεο και ιστορίες κάθε μέρα, τα blogs είχαν ήδη δείξει ότι εκατομμύρια άνθρωποι δεν ήθελαν απλώς να καταναλώνουν περιεχόμενο.

Ήθελαν να δημιουργούν.

Το Blogger έκανε αυτή τη δυνατότητα προσβάσιμη σε ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό.

Και ίσως γι' αυτό η ιστορία του αξίζει να θυμόμαστε.

Όχι επειδή αντιπροσωπεύει το μέλλον του διαδικτύου, αλλά επειδή αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι του παρελθόντος του — ένα κομμάτι που, παραδόξως, παραμένει ακόμη online.

Πάνω από 27 χρόνια μετά την πρώτη εκείνη ημέρα του Αυγούστου του 1999, το πορτοκαλί «B» εξακολουθεί να υπάρχει.

Και κάπου, κάποιος εξακολουθεί να ανοίγει τον επεξεργαστή, να γράφει ένα κείμενο και να πατά το ίδιο βασικό κουμπί που βρίσκεται στην καρδιά της ιδέας από την αρχή:


Δημοσίευση.

Τεχνητή νοημοσύνη και ιστορία: Μπορεί η AI να αλλάξει τον τρόπο που γνωρίζουμε το παρελθόν;


Για αιώνες, η ιστορική έρευνα βασιζόταν σε μια επίπονη διαδικασία: ο ιστορικός αναζητούσε αρχεία, διάβαζε χειρόγραφα, συνέκρινε μαρτυρίες και προσπαθούσε να συνθέσει από χιλιάδες μικρά κομμάτια μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα του παρελθόντος.

Η ψηφιοποίηση άλλαξε ήδη ένα μεγάλο μέρος αυτής της διαδικασίας. Εκατομμύρια βιβλία, εφημερίδες, επιστολές, φωτογραφίες και δημόσια έγγραφα μπορούν πλέον να αναζητηθούν χωρίς ο ερευνητής να βρίσκεται στον φυσικό χώρο όπου φυλάσσονται.

Η τεχνητή νοημοσύνη υπόσχεται τώρα μια ακόμη μεγαλύτερη αλλαγή. Δεν περιορίζεται στην αποθήκευση των ιστορικών πηγών. Μπορεί να βοηθήσει στην ανάγνωση, την ταξινόμηση και την αναζήτησή τους, ακόμη και στην ανακάλυψη σχέσεων που θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστούν με τον παραδοσιακό τρόπο.

Μπορεί όμως μια μηχανή να μας βοηθήσει πραγματικά να κατανοήσουμε την ιστορία;


Από τα σκονισμένα αρχεία στα ψηφιακά δεδομένα


Ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας παραμένει κρυμμένο μέσα σε αρχεία. Επιστολές, ημερολόγια, δικαστικά έγγραφα, στρατιωτικές αναφορές, συμβόλαια, κατάστιχα και πρακτικά υπάρχουν σε τεράστιες ποσότητες.

Η ψηφιοποίηση έκανε δυνατή τη φωτογράφηση και ηλεκτρονική αποθήκευση πολλών από αυτά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έγιναν αυτομάτως και εύκολα αναζητήσιμα.

Μια φωτογραφία μιας χειρόγραφης επιστολής, για παράδειγμα, εξακολουθεί ουσιαστικά να είναι μια εικόνα. Για να μπορέσει ένας υπολογιστής να αναζητήσει λέξεις, ονόματα ή ημερομηνίες μέσα σε αυτή, πρέπει πρώτα να αναγνωρίσει το κείμενο.


Όταν η AI μαθαίνει να διαβάζει παλιά χειρόγραφα


Εδώ εμφανίζεται μία από τις σημαντικότερες εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης στην ιστορική έρευνα: η αυτόματη αναγνώριση χειρόγραφου κειμένου.

Τα παλιά χειρόγραφα αποτελούν δύσκολη περίπτωση ακόμη και για τον άνθρωπο. Η γραφή αλλάζει από εποχή σε εποχή και από άνθρωπο σε άνθρωπο, υπάρχουν συντομογραφίες, ξεθωριασμένο μελάνι, κατεστραμμένες σελίδες και λέξεις που έχουν πάψει να χρησιμοποιούνται.

Συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να εκπαιδευτούν πάνω σε ιστορικά χειρόγραφα και να μετατρέψουν μεγάλο μέρος τους σε ψηφιακό κείμενο. Το αποτέλεσμα δεν είναι πάντοτε τέλειο και χρειάζεται ανθρώπινο έλεγχο, αλλά μπορεί να επιταχύνει εντυπωσιακά μια εργασία που παλαιότερα απαιτούσε αμέτρητες ώρες.

Ευρωπαϊκά προγράμματα ψηφιακής πολιτιστικής κληρονομιάς έχουν ήδη συνδυάσει τεχνολογία αναγνώρισης χειρογράφων με τη δουλειά εθελοντών και ερευνητών για τη μεταγραφή ιστορικών εγγράφων.


Αναζητώντας μέσα σε εκατομμύρια τεκμήρια


Η πραγματική δύναμη της τεχνητής νοημοσύνης γίνεται περισσότερο εμφανής όταν το ιστορικό υλικό είναι τεράστιο.

Ένας άνθρωπος μπορεί να διαβάσει εκατοντάδες ή ίσως χιλιάδες έγγραφα κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης έρευνας. Ένα υπολογιστικό σύστημα μπορεί να επεξεργαστεί πολύ μεγαλύτερες συλλογές και να βοηθήσει τον ερευνητή να εντοπίσει επαναλαμβανόμενα ονόματα, τοποθεσίες, ημερομηνίες, γεγονότα ή γλωσσικά μοτίβα.

Φανταστείτε ένα ψηφιακό αρχείο με εκατοντάδες χιλιάδες επιστολές του 19ου αιώνα. Αν οι επιστολές έχουν μετατραπεί σε αναζητήσιμο κείμενο, η AI μπορεί να βοηθήσει να εντοπιστούν πρόσωπα που επικοινωνούσαν μεταξύ τους, τόποι που εμφανίζονται συχνότερα ή θέματα που αποκτούσαν μεγαλύτερη σημασία σε συγκεκριμένες περιόδους.

Δεν γράφει έτσι από μόνη της την ιστορία. Προσφέρει όμως στον ιστορικό έναν διαφορετικό τρόπο να εξερευνήσει το υλικό.


Μπορεί να ανακαλύψει κάτι που δεν είχαμε προσέξει;


Ίσως αυτή να είναι η πιο ενδιαφέρουσα δυνατότητα.

Η παραδοσιακή αναζήτηση λειτουργεί κυρίως όταν γνωρίζουμε τι ψάχνουμε. Πληκτρολογούμε ένα όνομα ή μια συγκεκριμένη λέξη και βρίσκουμε τα σχετικά αποτελέσματα.

Τα νεότερα συστήματα μπορούν να προχωρήσουν περισσότερο, αναζητώντας σημασιολογικές σχέσεις και όχι μόνο την ακριβή επανάληψη μιας λέξης.

Έτσι, ένας ερευνητής μπορεί θεωρητικά να αναζητήσει ένα ευρύτερο θέμα και να οδηγηθεί σε πηγές που χρησιμοποιούν εντελώς διαφορετική ορολογία. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην ιστορία, επειδή οι άνθρωποι του παρελθόντος συχνά περιέγραφαν έννοιες με λέξεις διαφορετικές από αυτές που χρησιμοποιούμε σήμερα.


Η φωτογραφία ως ιστορικό τεκμήριο


Η AI δεν περιορίζεται στο γραπτό κείμενο.

Η αναγνώριση εικόνας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ταξινόμηση μεγάλων φωτογραφικών συλλογών και τον εντοπισμό αντικειμένων, κτιρίων, τοποθεσιών ή άλλων οπτικών χαρακτηριστικών.

Ένα αρχείο με δεκάδες χιλιάδες παλιές φωτογραφίες μπορεί να περιέχει πολύτιμες πληροφορίες που δεν έχουν ποτέ καταγραφεί αναλυτικά στους καταλόγους του.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει στην πρώτη ταξινόμηση αυτού του υλικού. Η τελική ταυτοποίηση όμως απαιτεί και πάλι ιστορική τεκμηρίωση.


Το μεγάλο πρόβλημα: η AI μπορεί να κάνει λάθος


Εδώ βρίσκεται και το όριο που δεν πρέπει να ξεχνάμε.

Ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να δώσει μια απάντηση που ακούγεται απολύτως πειστική και παρ' όλα αυτά να είναι λανθασμένη.

Μπορεί να μπερδέψει δύο ανθρώπους με παρόμοια ονόματα, να αποδώσει ένα γεγονός σε λάθος ημερομηνία, να ερμηνεύσει εσφαλμένα μια παλιά λέξη ή ακόμη και να παρουσιάσει ως πραγματική μια πληροφορία που δεν υπάρχει σε καμία ιστορική πηγή.

Στην ιστορία αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο. Ένα μικρό λάθος μπορεί να αλλάξει την ερμηνεία ενός γεγονότος.


Η πηγή παραμένει σημαντικότερη από την απάντηση


Για αυτό η βασική αρχή της ιστορικής έρευνας δεν αλλάζει.

Αν μια AI ισχυριστεί ότι ένα πρόσωπο είπε κάτι το 1821, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσο καλογραμμένη είναι η απάντησή της.

Το ερώτημα είναι:

Ποια είναι η πηγή;

Υπάρχει η επιστολή; Υπάρχει το απομνημόνευμα; Πότε γράφτηκε; Είναι πρωτογενής ή μεταγενέστερη μαρτυρία; Έχει διασωθεί το πρωτότυπο; Υπάρχουν άλλες ανεξάρτητες πηγές που επιβεβαιώνουν το γεγονός;

Αυτές είναι ερωτήσεις που καμία εντυπωσιακή τεχνολογία δεν καταργεί.


Ο κίνδυνος της «έτοιμης ιστορίας»


Υπάρχει και ένας πιο λεπτός κίνδυνος.

Όταν μπορούμε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να ζητήσουμε μια περίληψη για οποιαδήποτε ιστορική περίοδο, δημιουργείται εύκολα η εντύπωση ότι έχουμε ήδη κατανοήσει το θέμα.

Η ιστορία όμως δεν είναι απλώς μια συλλογή γεγονότων.

Είναι η προσπάθεια να καταλάβουμε γιατί συνέβησαν, ποιοι άφησαν τις πηγές που διαθέτουμε, ποιες φωνές δεν καταγράφηκαν, ποιες μαρτυρίες συγκρούονται μεταξύ τους και πώς οι άνθρωποι μιας άλλης εποχής αντιλαμβάνονταν τον δικό τους κόσμο.

Μια γρήγορη απάντηση μπορεί να είναι η αρχή μιας έρευνας. Δεν πρέπει να θεωρείται αυτομάτως το τέλος της.


Τι αλλάζει λοιπόν για τον ιστορικό;


Πιθανότατα όχι αυτό που συχνά φανταζόμαστε.

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν χρειάζεται να αντικαταστήσει τον ιστορικό για να αλλάξει ριζικά την ιστορική έρευνα.

Αρκεί να αναλάβει ορισμένες εργασίες που μέχρι σήμερα απαιτούσαν τεράστιο χρόνο: μεταγραφή εγγράφων, πρώτη ταξινόμηση υλικού, αναζήτηση μέσα σε μεγάλες συλλογές, σύγκριση κειμένων και εντοπισμό πιθανών σχέσεων.

Ο άνθρωπος παραμένει εκείνος που πρέπει να ελέγξει τις πηγές, να κατανοήσει το ιστορικό πλαίσιο, να αξιολογήσει τις αντιφάσεις και τελικά να επιχειρήσει την ερμηνεία.


Ένα νέο παράθυρο προς το παρελθόν


Κάθε μεγάλη τεχνολογική αλλαγή επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο διατηρούμε τη μνήμη μας.

Η γραφή επέτρεψε στις πληροφορίες να επιβιώσουν πέρα από την ανθρώπινη μνήμη. Η τυπογραφία έκανε τα κείμενα μαζικά διαθέσιμα. Η φωτογραφία διατήρησε εικόνες ανθρώπων και τόπων. Η ψηφιοποίηση έφερε τεράστιες συλλογές ιστορικού υλικού στην οθόνη μας.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει το επόμενο βήμα: όχι απλώς να αποθηκεύουμε περισσότερο από το παρελθόν, αλλά να μπορούμε να αναζητούμε μέσα σε αυτό με τρόπους που μέχρι πρόσφατα ήταν αδύνατοι.

Το παράδοξο είναι ότι όσο πιο ισχυρά γίνονται τα εργαλεία μας, τόσο σημαντικότερη γίνεται μια πολύ παλιά ανθρώπινη ικανότητα:

να αμφισβητούμε, να συγκρίνουμε και να ελέγχουμε τις πηγές.

Ίσως λοιπόν η τεχνητή νοημοσύνη να μην αλλάξει μόνο τον τρόπο με τον οποίο γνωρίζουμε το παρελθόν.

Ίσως μας αναγκάσει να θυμηθούμε τι σημαίνει πραγματικά να το ερευνούμε.


Ενδεικτικές πηγές: Europeana / EnrichEuropeana+, έρευνα για την τεχνητή νοημοσύνη και τα ιστορικά αρχεία, καθώς και σύγχρονη ακαδημαϊκή βιβλιογραφία για τη χρήση μεγάλων γλωσσικών και πολυτροπικών μοντέλων στην ιστορική έρευνα.

Πώς άλλαξε η καθημερινότητά μας με τους ψηφιακούς χάρτες

Οι ψηφιακοί χάρτες έχουν αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο μετακινούμαστε και ανακαλύπτουμε νέες περιοχές. Από τον σχεδιασμό μιας διαδρομής μέχρι την αναζήτηση ενός καταστήματος ή ενός αξιοθέατου, η πληροφορία βρίσκεται πλέον άμεσα στην οθόνη του κινητού μας.

Η μεγαλύτερη αλλαγή δεν είναι μόνο ότι γνωρίζουμε πού βρισκόμαστε. Είναι ότι μπορούμε να συγκρίνουμε διαφορετικές διαδρομές, να ενημερωνόμαστε για την κίνηση και να προσαρμόζουμε την πορεία μας την ώρα που ταξιδεύουμε.

Οι παλιοί χάρτες δεν έχασαν την αξία τους, αλλά ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη γεωγραφική πληροφορία έχει αλλάξει. Η τεχνολογία έκανε την πλοήγηση πιο άμεση και έφερε τον χάρτη στην καθημερινότητα σχεδόν όλων.

Γιατί η Gen Z ξανανακαλύπτει τις παλιές ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές

Φωτογραφία: Hugo Kruip / Unsplash


Για χρόνια έμοιαζε δεδομένο ότι τα smartphones είχαν στείλει τις μικρές ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές στο παρελθόν. Κι όμως, μια γενιά που μεγάλωσε έχοντας μια εξαιρετική κάμερα συνεχώς στην τσέπη της αρχίζει να επιστρέφει στις compact μηχανές των προηγούμενων δεκαετιών.


Παλιές Canon PowerShot, Sony Cyber-shot, Nikon Coolpix και άλλες μικρές ψηφιακές μηχανές εμφανίζονται ξανά σε παρέες, ταξίδια και κοινωνικά δίκτυα.


Και το παράδοξο είναι ότι πολλοί νέοι δεν τις επιλέγουν επειδή βγάζουν τεχνικά καλύτερες φωτογραφίες από ένα σύγχρονο κινητό.


Τις επιλέγουν ακριβώς επειδή δεν βγάζουν τέλειες φωτογραφίες.


Η ατέλεια έγινε ξανά ενδιαφέρουσα


Οι σημερινές κάμερες των smartphones έχουν φτάσει σε εντυπωσιακό επίπεδο. HDR, αυτόματη διόρθωση χρωμάτων, νυχτερινή λήψη, αναγνώριση σκηνής και ολοένα περισσότερη υπολογιστική επεξεργασία μπορούν να μετατρέψουν σχεδόν οποιαδήποτε λήψη σε μια τεχνικά σωστή φωτογραφία.

Μια παλιά compact λειτουργεί διαφορετικά.


Ένα δυνατό φλας, λίγος ψηφιακός θόρυβος, περιορισμένο δυναμικό εύρος ή ένα όχι απολύτως σωστό χρώμα δημιουργούν μια εικόνα που θυμίζει περισσότερο τις αυθόρμητες φωτογραφίες των αρχών του 2000.


Ακριβώς αυτές οι ατέλειες αποτελούν σήμερα μέρος της γοητείας τους. Η επιστροφή των compact cameras δεν περιορίζεται πλέον μόνο σε μια τάση των κοινωνικών δικτύων. Το ενδιαφέρον για μικρές, απλές και παλιότερες ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές έχει επιστρέψει δυναμικά.


Μια φωτογραφική μηχανή χωρίς ειδοποιήσεις


Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος.

Όταν κάποιος σηκώνει το κινητό για να τραβήξει μια φωτογραφία, κρατά ταυτόχρονα στα χέρια του τα μηνύματα, το TikTok, το Instagram, το email και όλες τις ειδοποιήσεις του.


Η φωτογραφική μηχανή κάνει μόνο ένα πράγμα: τραβά φωτογραφίες.


Αυτή η απλότητα αποκτά ξανά αξία. Με μια ξεχωριστή φωτογραφική μηχανή η διαδικασία γίνεται περισσότερο συνειδητή. Τραβάς τη φωτογραφία και συνεχίζεις τη στιγμή, χωρίς απαραίτητα να μπεις αμέσως στη διαδικασία επεξεργασίας και δημοσίευσης.


Κάτι που πριν από είκοσι χρόνια ήταν απολύτως φυσιολογικό σήμερα μοιάζει σχεδόν διαφορετικό.


Η Gen Z ανακαλύπτει μια εποχή που δεν πρόλαβε

Υπάρχει φυσικά και η νοσταλγία.


Μόνο που εδώ συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον: ένα μέρος της Gen Z είναι πολύ νέο για να έχει πραγματικές προσωπικές αναμνήσεις από την εποχή στην οποία οι compact ψηφιακές μηχανές κυριαρχούσαν.


Πρόκειται επομένως και για μια μορφή νοσταλγίας για την αισθητική μιας εποχής που πολλοί από τους σημερινούς νέους ουσιαστικά δεν έζησαν.


Οι φωτογραφίες με δυνατό φλας, τα χαρακτηριστικά χρώματα των πρώτων ψηφιακών αισθητήρων και γενικότερα η αισθητική Y2K έχουν αποκτήσει καινούργια ζωή στα κοινωνικά δίκτυα.


Το ίδιο έχουμε δει να συμβαίνει με το βινύλιο, τις κασέτες και άλλες τεχνολογίες που κάποτε θεωρήθηκαν ξεπερασμένες.


Από το συρτάρι ξανά στην αγορά


Η τάση έχει δημιουργήσει και μια παράξενη αντιστροφή.

Μηχανές που πριν από λίγα χρόνια μπορούσαν να βρίσκονται ξεχασμένες σε ένα συρτάρι σήμερα αναζητούνται ξανά στη μεταχειρισμένη αγορά.


Ένα παλιότερο τεχνολογικό αντικείμενο μπορεί έτσι να αποκτήσει δεύτερη ζωή, όχι επειδή συναγωνίζεται απαραίτητα τη σημερινή τεχνολογία στις επιδόσεις, αλλά επειδή προσφέρει διαφορετική εμπειρία.


Και δεν είναι η πρώτη φορά που μια τεχνολογία του παρελθόντος επιστρέφει. Στο Navi έχουμε δει αντίστοιχα πόσο έντονη μπορεί να παραμένει η σχέση ανάμεσα στην τεχνολογία και τη νοσταλγία μέσα από την ιστορία της Kreidler Florett, της μηχανής που άφησε εποχή στην Ελλάδα.


Δεν πρόκειται για πόλεμο με το smartphone


Φυσικά, οι compact μηχανές δύσκολα θα αντικαταστήσουν τα smartphones.


Το κινητό παραμένει η φωτογραφική μηχανή που έχουμε σχεδόν πάντοτε μαζί μας. Μπορεί να τραβήξει φωτογραφία, να την επεξεργαστεί και να τη δημοσιεύσει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.


Η επιστροφή της compact μάλλον δείχνει κάτι διαφορετικό.


Μετά από χρόνια κατά τα οποία η τεχνολογία προσπαθούσε να κάνει κάθε φωτογραφία καθαρότερη, φωτεινότερη και τεχνικά καλύτερη, ένα μέρος της νέας γενιάς φαίνεται να αναζητά χαρακτήρα αντί για τελειότητα.


Μια φωτογραφία μπορεί να είναι λίγο θολή. Το φλας μπορεί να είναι υπερβολικό. Τα χρώματα μπορεί να μην είναι απολύτως φυσικά.


Και παρ' όλα αυτά, η εικόνα μπορεί να μοιάζει περισσότερο με ανάμνηση.

Τελικά, γιατί επιστρέφουν;


Ίσως επειδή η φωτογραφία δεν ήταν ποτέ μόνο ένας διαγωνισμός τεχνικής ποιότητας.


Οι παλιές ψηφιακές μηχανές προσφέρουν κάτι που δεν μετριέται εύκολα σε megapixels: έναν διαφορετικό τρόπο να καταγράφεις μια στιγμή.


Η Gen Z δεν επιστρέφει απαραίτητα στην παλιά τεχνολογία επειδή θεωρεί ότι ήταν καλύτερη. Παίρνει ένα κομμάτι της, το εντάσσει στη δική της εποχή και του δίνει διαφορετική σημασία.


Οι παλιές ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές δεν επέστρεψαν επειδή η τεχνολογία γύρισε προς τα πίσω. Επέστρεψαν επειδή άλλαξε αυτό που θεωρούμε ενδιαφέρον σε μια φωτογραφία.

Όταν ένα TikTok σώζει το μαγαζί των γονιών σου: Η Gen Z αλλάζει τους κανόνες


Ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων, ένα κινητό τηλέφωνο και μια ιστορία που μέχρι χθες γνώριζε μόνο μια γειτονιά. Για ορισμένες μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, αυτή αποδεικνύεται αρκετή συνταγή για να αλλάξει εντελώς η πορεία τους.


Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τάση αναπτύσσεται στο TikTok: παιδιά της Gen Z χρησιμοποιούν τα social media για να συστήσουν στο δικό τους κοινό τα μαγαζιά των γονιών τους — και σε ορισμένες περιπτώσεις καταφέρνουν να τα σώσουν από το κλείσιμο.


Από το «κλείνουμε» στις ουρές πελατών


Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Rich Collection Bella Italia στο ανατολικό Λονδίνο.

Ο Rachid Lazraq άνοιξε το κατάστημα το 1992 και για περισσότερες από τρεις δεκαετίες έχτισε μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση γύρω από παπούτσια και τσάντες. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η περιοχή άλλαξε, η κίνηση μειώθηκε και το μαγαζί έφτασε πολύ κοντά στο οριστικό κλείσιμο.

Μέχρι που εμφανίστηκε το TikTok.

Ένα βίντεο δημιουργού περιεχομένου παρουσίασε το κατάστημα ως έναν μικρό «κρυμμένο θησαυρό». Η 25χρονη κόρη του ιδιοκτήτη, Zineb Lazraq, είδε την ανταπόκριση και αποφάσισε να παρουσιάσει και η ίδια μέσα από το TikTok τα ιδιαίτερα παπούτσια που βρίσκονταν στα ράφια του πατέρα της.

Τα βίντεο έγιναν viral και το αποτέλεσμα δεν έμεινε στην οθόνη του κινητού.

Νέοι πελάτες άρχισαν να φτάνουν στο κατάστημα, ενώ έξω από το μικρό μαγαζί σχηματίστηκαν ακόμη και ουρές που διαρκούσαν ώρες. Η επιχείρηση που ετοιμαζόταν να κλείσει βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε μια εντελώς νέα πραγματικότητα.


Μια επιχείρηση 34 ετών απέκτησε νέο κοινό


Το ενδιαφέρον δεν περιορίστηκε σε λίγες ημέρες δημοσιότητας. Η Zineb άρχισε να ασχολείται συστηματικά με τα social media της οικογενειακής επιχείρησης, ενώ δημιουργήθηκε και η προοπτική ανάπτυξης των διαδικτυακών πωλήσεων.

Το σημαντικότερο, όμως, ήταν ότι ένα κατάστημα που ο ιδιοκτήτης του θεωρούσε πως είχε φτάσει στο τέλος της διαδρομής του ανακάλυψε ένα κοινό που μέχρι τότε δεν γνώριζε καν ότι υπήρχε.

Παπούτσια που στα μάτια της οικογένειας μπορούσαν να φαίνονται παλιομοδίτικα αποδείχθηκε ότι ταίριαζαν απόλυτα με την επιστροφή της αισθητικής των 2000s και το ενδιαφέρον της Gen Z για το λεγόμενο Y2K style.


Δεν είναι η μοναδική περίπτωση


Η ιστορία της οικογένειας Lazraq αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης τάσης. Νεότερα μέλη οικογενειακών επιχειρήσεων χρησιμοποιούν TikTok, Instagram και άλλες πλατφόρμες για να παρουσιάσουν σε ένα νέο κοινό επιχειρήσεις που δημιουργήθηκαν πολύ πριν από την εποχή των social media.

Στο Λονδίνο, η Savannah Gracey χρησιμοποίησε τα social media για να υποστηρίξει το vintage κατάστημα της μητέρας της, ενώ στη Νέα Υόρκη η Chaewon Kim βοηθά μέσω διαδικτύου την επιχείρηση της μητέρας της να προσεγγίσει μια νέα γενιά καταναλωτών.


Γιατί όμως λειτουργεί;


Ίσως επειδή αυτά τα βίντεο δεν μοιάζουν με κλασικές διαφημίσεις.

Δεν βλέπουμε μια μεγάλη εταιρεία να προσπαθεί να κατασκευάσει το επόμενο viral campaign. Βλέπουμε ένα παιδί να παρουσιάζει το μαγαζί στο οποίο ο πατέρας ή η μητέρα του εργάστηκε για δεκαετίες.

Υπάρχει πρόσωπο, οικογενειακή ιστορία και πραγματικό διακύβευμα. Και αυτό είναι κάτι που το κοινό των social media φαίνεται να αναγνωρίζει πολύ γρήγορα.

Η Gen Z γνωρίζει τη γλώσσα του TikTok, του Instagram και του σύντομου βίντεο. Οι γονείς της, από την άλλη, έχουν πίσω τους δεκαετίες εμπειρίας, προϊόντα και επιχειρήσεις που δημιουργήθηκαν πολύ πριν εμφανιστούν τα social media.

Όταν αυτοί οι δύο κόσμοι συναντιούνται, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εντυπωσιακό.


Το ενδιαφέρον βρίσκεται έξω από την οθόνη


Έχουμε συνηθίσει να μετράμε την επιτυχία στα social media με views, likes και followers.

Η συγκεκριμένη ιστορία δείχνει κάτι διαφορετικό: ένα viral βίντεο μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικούς ανθρώπους που πηγαίνουν σε ένα πραγματικό κατάστημα, αγοράζουν ένα προϊόν και βοηθούν μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση να συνεχίσει να υπάρχει.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της νέας τάσης.

Για μια γενιά που μεγάλωσε με το κινητό στο χέρι, η οικογενειακή επιχείρηση των γονιών της μπορεί να φαίνεται ότι ανήκει σε έναν άλλο κόσμο.

Μερικές φορές όμως χρειάζεται μόνο ένα TikTok για να συναντηθούν οι δύο κόσμοι.


Πηγές: Financial Times, British Vogue

Google Maps αλλάζει: Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπαίνει στην πλοήγηση


Το Google Maps αλλάζει ριζικά με τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης. Το Gemini, το Ask Maps και το Immersive Navigation φέρνουν μια διαφορετική εμπειρία στο GPS, με πιο φυσικές φωνητικές ερωτήσεις, έξυπνες προτάσεις και πιο κατανοητή πλοήγηση. Τι αλλάζει όμως στην πράξη και πότε θα δούμε τις νέες δυνατότητες στην Ελλάδα;


Η εφαρμογή που εδώ και χρόνια χρησιμοποιούμε για να βρούμε έναν δρόμο, να αποφύγουμε την κίνηση ή να ανακαλύψουμε ένα εστιατόριο αρχίζει να μετατρέπεται σε κάτι πολύ περισσότερο: έναν έξυπνο βοηθό μετακίνησης με Τεχνητή Νοημοσύνη.


Στο επίκεντρο βρίσκεται το Gemini, η τεχνολογία AI της Google, μαζί με το νέο Ask Maps και το Immersive Navigation. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι πλέον δεν αρκεί το Google Maps να γνωρίζει πού θέλουμε να πάμε. Στόχος είναι να μπορεί να καταλαβαίνει τι πραγματικά ζητάμε και να μας βοηθά πριν αλλά και κατά τη διάρκεια μιας διαδρομής.


Ask Maps: Μιλάμε στον χάρτη όπως θα μιλούσαμε σε έναν άνθρωπο


Μέχρι σήμερα, η αναζήτηση στο Google Maps βασιζόταν κυρίως σε σύντομες φράσεις όπως «Βενζινάδικο κοντά μου», «Καφέ», «Parking» ή «Εστιατόριο».

Με το Ask Maps, η Google αλλάζει αυτή τη λογική. Χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες του Gemini, το Maps μπορεί να κατανοεί πιο σύνθετες ερωτήσεις και να συνεχίζει μια συζήτηση γύρω από αυτό που ψάχνουμε.

Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να ζητήσουμε:

«Βρες μου ένα ήσυχο εστιατόριο για φαγητό με καλές κριτικές.»

Ή να ψάξουμε για μια δραστηριότητα περιγράφοντας απλώς αυτό που θέλουμε να κάνουμε. Αντί λοιπόν να ψάχνουμε εμείς μία προς μία διαφορετικές επιλογές, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να συνδυάζει το αίτημά μας με τις πληροφορίες που διαθέτει το Google Maps.


Το Google Maps γνωρίζει έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών


Εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα της συγκεκριμένης εφαρμογής. Το Google Maps δεν είναι απλώς ένα chatbot στο οποίο προστέθηκε ένας χάρτης.

Διαθέτει πληροφορίες για εκατοντάδες εκατομμύρια σημεία σε ολόκληρο τον κόσμο, μαζί με κριτικές, φωτογραφίες, ώρες λειτουργίας, δρόμους, κυκλοφοριακές συνθήκες και πολλές ακόμη πληροφορίες.

Έτσι, η AI μπορεί να χρησιμοποιήσει δεδομένα του πραγματικού κόσμου για να δώσει πιο χρήσιμες απαντήσεις.


Από το «στρίψτε δεξιά» στη φυσική πλοήγηση


Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αλλαγές κατά την οδήγηση. Για δεκαετίες, οι συσκευές GPS μάς έχουν συνηθίσει σε οδηγίες όπως:

«Σε 300 μέτρα στρίψτε δεξιά.»

Αυτό λειτουργεί, αλλά δεν είναι πάντα ο πιο φυσικός τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται μια διαδρομή.

Σκεφτείτε πώς θα σας έδινε οδηγίες ένας φίλος:

«Στρίψε δεξιά μετά το μεγάλο ξενοδοχείο.»

Αυτό ακριβώς είναι το είδος της εμπειρίας προς το οποίο κινείται η νέα γενιά πλοήγησης. Η Google θέλει οι οδηγίες να συνδέονται περισσότερο με τον πραγματικό κόσμο και με ορατά σημεία αναφοράς, ώστε να είναι πιο εύκολο να καταλάβουμε πού πρέπει να στρίψουμε.


Immersive Navigation: Μια διαφορετική εικόνα του δρόμου


Το Immersive Navigation αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό κομμάτι της αλλαγής.

Η Google επανασχεδιάζει την εμπειρία πλοήγησης ώστε ο χάρτης να μοιάζει περισσότερο με το περιβάλλον που βλέπει πραγματικά ο οδηγός.

Κτίρια, δρόμοι και σημαντικά στοιχεία της διαδρομής αποκτούν πιο αναγνωρίσιμη εμφάνιση, ενώ δίνεται μεγαλύτερη έμφαση σε πληροφορίες που χρειαζόμαστε την κατάλληλη στιγμή.

Σε δύσκολα σημεία, για παράδειγμα, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να γνωρίζουμε εγκαίρως σε ποια λωρίδα πρέπει να βρισκόμαστε. Η πλοήγηση λοιπόν δεν γίνεται απλώς πιο όμορφη. Στόχος είναι να γίνεται πιο κατανοητή.


Το Gemini γίνεται συνοδηγός


Η χρήση του Gemini αλλάζει και τη φωνητική αλληλεπίδραση. Αντί να χρειάζεται ο οδηγός να θυμάται συγκεκριμένες εντολές, η επικοινωνία μπορεί να γίνει περισσότερο σαν συζήτηση.

Φανταστείτε ότι οδηγείτε και ρωτάτε:

«Υπάρχει καλό εστιατόριο στη διαδρομή μου;»

και μετά:

«Βρες κάτι που να μην με καθυστερήσει πολύ.»

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το παραδοσιακό σύστημα φωνητικών εντολών. Η AI προσπαθεί να καταλάβει όχι μόνο τις λέξεις αλλά και το νόημα της προηγούμενης ερώτησης.

Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμο μέσα στο αυτοκίνητο, όπου ο οδηγός πρέπει να έχει τα μάτια του στον δρόμο και όχι στην οθόνη.


Η AI δεν αφορά μόνο τους οδηγούς


Η νέα φιλοσοφία του Google Maps δεν σταματά στο αυτοκίνητο. Το Gemini έχει επεκταθεί και στην πλοήγηση για πεζούς και ποδηλάτες.

Ένας ταξιδιώτης που περπατά σε μια άγνωστη πόλη μπορεί να ρωτήσει σε ποια περιοχή βρίσκεται και στη συνέχεια να ζητήσει προτάσεις για μέρη που αξίζει να επισκεφθεί.

Για έναν ποδηλάτη, η φωνητική αλληλεπίδραση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς μπορεί να ζητά πληροφορίες χωρίς να αφήνει το τιμόνι.

Με αυτόν τον τρόπο, το Maps αρχίζει να αποκτά στοιχεία ενός ψηφιακού ξεναγού που μας ακολουθεί στη διαδρομή.


Και η AI προχωρά ακόμη περισσότερο


Το ενδιαφέρον είναι ότι η Google δεν σταματά στην αναζήτηση. Οι νεότερες δυνατότητες του Ask Maps μπορούν, σε υποστηριζόμενες αγορές, να αναλαμβάνουν πιο σύνθετες εργασίες.

Για παράδειγμα, η Google έχει παρουσιάσει δυνατότητες για αναζήτηση ξενοδοχείων και εκδηλώσεων, παραγγελία φαγητού και εμφάνιση πληροφοριών για καθυστερήσεις στις δημόσιες συγκοινωνίες.

Αυτό δείχνει πού κατευθύνεται η εφαρμογή. Από το:

«Πώς θα πάω εκεί;»

περνάμε σταδιακά στο:

«Οργάνωσε αυτό που θέλω να κάνω.»


Θα τα έχουμε όλα αυτά στην Ελλάδα;


Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση. Οι νέες λειτουργίες της Google δεν γίνονται απαραίτητα διαθέσιμες ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες και σε όλες τις γλώσσες.

Το Ask Maps ξεκίνησε αρχικά σε συγκεκριμένες αγορές και η Google συνεχίζει σταδιακά την επέκτασή του.

Το ίδιο ισχύει και για επιμέρους λειτουργίες που εξαρτώνται από την περιοχή, τη γλώσσα, τη συσκευή ή την έκδοση της εφαρμογής.

Επομένως, ένας χρήστης στην Ελλάδα δεν πρέπει να περιμένει ότι κάθε δυνατότητα που παρουσιάζει η Google θα εμφανιστεί αμέσως στο κινητό του. Η κατεύθυνση όμως είναι πλέον ξεκάθαρη.


Τι σημαίνει αυτό για Google Maps και Waze;


Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί αναπόφευκτα και ένα ενδιαφέρον ερώτημα για το Waze.

Το Waze έχει δημιουργήσει τη δική του ισχυρή κοινότητα οδηγών και είναι ιδιαίτερα γνωστό για τις πληροφορίες κυκλοφορίας και τις αναφορές από χρήστες.

Το Google Maps, από την άλλη πλευρά, εξελίσσεται σε μια πολύ ευρύτερη πλατφόρμα που συνδυάζει χάρτες, αναζήτηση τοποθεσιών, πλοήγηση και πλέον Τεχνητή Νοημοσύνη.

Η μεγάλη μάχη των εφαρμογών πλοήγησης τα επόμενα χρόνια ίσως λοιπόν να μην αφορά μόνο το ποια εφαρμογή βρίσκει γρηγορότερα τον δρόμο. Θα αφορά και το ποια καταλαβαίνει καλύτερα τι χρειάζεται ο οδηγός.


Το GPS του μέλλοντος θα μας ακούει


Η μεγαλύτερη αλλαγή ίσως τελικά να μην είναι ούτε τα τρισδιάστατα γραφικά ούτε ένας καινούργιος χάρτης. Είναι ο τρόπος με τον οποίο θα επικοινωνούμε με την πλοήγηση.

Μέχρι σήμερα εμείς έπρεπε να προσαρμοζόμαστε στη συσκευή: να γράψουμε μια διεύθυνση, να πατήσουμε επιλογές και να επιλέξουμε μια διαδρομή.

Με την Τεχνητή Νοημοσύνη συμβαίνει σταδιακά το αντίθετο.

Η εφαρμογή προσπαθεί να προσαρμοστεί στον τρόπο που μιλά ο άνθρωπος.

Και αυτό μπορεί να αλλάξει πολύ περισσότερο την καθημερινή χρήση του GPS απ' όσο φαίνεται σήμερα.


Google Maps + Gemini: Η αρχή μιας νέας εποχής


Το Google Maps έχει ήδη αλλάξει πολλές φορές από τότε που πρωτοεμφανίστηκε.

Από έναν απλό ψηφιακό χάρτη έγινε GPS, εργαλείο εύρεσης επιχειρήσεων, ταξιδιωτικός οδηγός, σύστημα ενημέρωσης για την κίνηση και πλατφόρμα εξερεύνησης ολόκληρου του κόσμου.

Τώρα έρχεται το επόμενο βήμα:

Google Maps + Τεχνητή Νοημοσύνη.

Το Gemini, το Ask Maps και το Immersive Navigation δείχνουν ότι το GPS του μέλλοντος δεν θα περιορίζεται στο να μας λέει πού να στρίψουμε.

Θα προσπαθεί να καταλαβαίνει πού θέλουμε να πάμε, γιατί θέλουμε να πάμε εκεί και τι μπορεί να μας χρειαστεί στη διαδρομή.

Και ίσως στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον να μη λέμε πλέον:

«Άνοιξε το GPS.»

Απλώς θα λέμε στο αυτοκίνητο ή στο κινητό μας:

«Πήγαινέ με εκεί — και βρες μου κάτι καλό για φαγητό στον δρόμο.»