Εκατόν ογδόντα χρόνια μετά την εγκαθίδρυση του ανεξάρτητου κράτους του Βελγίου, στις 4 Οκτωβρίου 1830, τα σενάρια περί διάσπασής του γίνονταν ολοένα ισχυρότερα. Η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης και οι αυξανόμενες διαφορές ανάμεσα στους Φλαμανδούς και τους γαλλόφωνους, μετά τις εκλογές της 13ης Ιουνίου 2010, οδήγησαν αρκετές φωνές στο εσωτερικό της χώρας να προαναγγέλλουν «το τέλος του Βελγίου».
Η δημιουργία του Βελγίου
Τον Αύγουστο του 1830, το αίσθημα παραγκωνισμού των Βέλγων εντός του Ηνωμένου Βασιλείου των Κάτω Χωρών οδήγησε στη Βελγική Επανάσταση. Αφορμή αποτέλεσαν ταραχές στις Βρυξέλλες, οι οποίες οδήγησαν τελικά στην εγκαθίδρυση ενός ανεξάρτητου, καθολικού και ουδέτερου Βελγίου.
Μετά την ήττα του Ναπολέοντα το 1815, το Συνέδριο της Βιέννης δημιούργησε ένα βασίλειο για τον Οίκο της Οράγγης-Νασσάου, ενώνοντας τις Ενωμένες Επαρχίες των Κάτω Χωρών με τις πρώην Αυστριακές Κάτω Χώρες, με σκοπό να δημιουργήσει ένα ισχυρό κράτος στα βόρεια της Γαλλίας. Η ένωση ονομάστηκε Ηνωμένο Βασίλειο των Κάτω Χωρών.
Οι Βέλγοι, ωστόσο, αισθάνονταν παραγκωνισμένοι εντός του Βασιλείου. Στις 4 Οκτωβρίου 1830, η Προσωρινή Κυβέρνηση στις Βρυξέλλες διακήρυξε τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους του Βελγίου, επαναστατώντας εναντίον της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου των Κάτω Χωρών.
Ο Γουλιέλμος Α΄, βασιλιάς των Κάτω Χωρών, αρνιόταν να αναγνωρίσει το νέο βελγικό κράτος. Η ανεξαρτησία του Βελγίου αναγνωρίστηκε από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις τον Δεκέμβριο του 1830, ενώ η οριστική διεθνής διευθέτηση ήρθε με τη Συνθήκη του Λονδίνου το 1839.
Η πολιτική κρίση του 2010
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας, αλλά και οι αυξανόμενες διαφορές ανάμεσα στους Φλαμανδούς και τους γαλλόφωνους, περίπου τρεις μήνες μετά τις εκλογές και σχεδόν 180 χρόνια από την ίδρυση του κράτους, επανέφεραν τα σενάρια διάσπασης του Βελγίου.
Αρκετοί αναλυτές υποστήριζαν χαρακτηριστικά πως «αν το Βέλγιο ήταν γάμος, θα είχε με βεβαιότητα διαλυθεί σήμερα».
Το Βέλγιο διένυε τότε μια ιδιαίτερα σοβαρή πολιτική κρίση. Στις εκλογές του 2010, η Νέα Φλαμανδική Συμμαχία πέτυχε ιστορική νίκη, ενώ ο επικεφαλής της, Μπαρτ Ντε Βέβερ, ζητούσε μεγαλύτερη αυτονομία για τη Φλάνδρα.
Το μέλλον της χώρας συνδεόταν σε μεγάλο βαθμό με τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις γαλλόφωνες και τις φλαμανδικές πολιτικές δυνάμεις για την περαιτέρω μεταρρύθμιση του ομοσπονδιακού κράτους.
Ένα κράτος με τρεις κοινότητες και τρεις περιφέρειες
Το βελγικό κράτος, μετά τις διαδοχικές συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και ιδιαίτερα εκείνη του 1993, αποτελεί ομοσπονδιακό κράτος. Η δομή του βασίζεται σε τρεις γλωσσικές κοινότητες –τη φλαμανδική, τη γαλλική και τη γερμανόφωνη– καθώς και σε τρεις περιφέρειες: τη Φλάνδρα, τη Βαλλονία και την Περιφέρεια των Βρυξελλών.
Οι οικονομικές, πολιτικές, γλωσσικές και πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στη Φλάνδρα και τη Βαλλονία βρίσκονταν για χρόνια στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Στη Φλάνδρα υπήρχαν πολιτικές δυνάμεις που υποστήριζαν ακόμη μεγαλύτερη αυτονομία ή ακόμη και τη διάσπαση της χώρας.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2010, ο ηγέτης των γαλλόφωνων σοσιαλιστών Ελιό ντι Ρούπο εγκατέλειψε την προσπάθεια για τον σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού, καθώς δεν είχε επιτευχθεί συμφωνία με τις φλαμανδικές πολιτικές δυνάμεις.
Αρκετοί γαλλόφωνοι πολιτικοί παράγοντες άρχισαν τότε να αναφέρονται σε ένα «σχέδιο Β», στην περίπτωση που η πολιτική κρίση οδηγούσε τελικά σε διάσπαση του βελγικού κράτους.
«Για ένα μεγάλο τμήμα του φλαμανδικού πληθυσμού, αυτό αποτελεί ευχή. Κατά συνέπεια, ναι, πρέπει να προετοιμαστούμε για το τέλος του Βελγίου», είχε δηλώσει η υπουργός Υγείας Λορέτ Ονκελίνξ.
Την ίδια περίοδο, ο Γάλλος πολιτικός Νικολά Ντιπόν-Ενιάν είχε εκτιμήσει ότι η Γαλλία θα έπρεπε «να ετοιμαστεί να δεχθεί στους κόλπους της τους Βαλόνους και τους πολίτες των Βρυξελλών».
Σημείωση: Το άρθρο αναφέρεται στην πολιτική κρίση που ακολούθησε τις βελγικές εκλογές του 2010 και οι αναφορές σε πιθανή διάσπαση της χώρας αποτυπώνουν τη δημόσια συζήτηση εκείνης της περιόδου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου